12/10/2026
1944 : Η άγνωστη δράση του Τάγματος ΔΒ Αττικής κατά την Απελευθερωση και η διάσωση των κρίσιμων υποδομών της Αθήνας.
12 Οκτ 1944: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ και η άγνωστη δράση του Τάγματος Διαβιβάσεων ΑΤΤΙΚΗΣ
Μετά την επιτυχία της απόβασης στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943, τη σταθεροποίηση του προγεφυρώματος της απόβασης στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944 και τη ρωσική προέλαση στα ρουμανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1944, ήταν πλέον φανερό σε όλους ότι ο Άξονας είχε ηττηθεί. Στις εξόριστες ηγεσίες κάθε κατεχόμενης χώρας της Ευρώπης ξεκινούσαν οι πολιτικές διεργασίες για την εποχή μετά την απελευθέρωσή τους.
Προτεραιότητα της εξόριστης κυβερνήσεως ήταν η συγκρότηση στρατιωτικών δυνάμεων για την αποτροπή ενδεχόμενης κατάληψης της Αθήνας, αλλά και της εξουσίας γενικότερα, από τον ΕΛΑΣ μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Για το σκοπό αυτό, από τις 10 Ιουλίου 1944 ο Παπανδρέου είχε αναθέσει στον Υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο στην Αθήνα την τήρηση της έννομης τάξης ενόψη της άφιξης της κυβερνήσεως και της ομαλής μεταβίβασης της εξουσίας, όποτε αυτή θα λάμβανε χώρα. Ο διορισμός είχε ανακοινωθεί στο Στρατηγό μέσω του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής την 3η Αυγούστου.
Όμως, ήδη από τις 18 Ιουλίου 1944 είχε εκπονηθεί από τους Βρετανούς ένα βασικό σχέδιο με τίτλο "Πρόταση για την πρόληψη της κατάληψης της εξουσίας στην Ελλάδα από το ΕΑM-ΕΛΑΣ κατά τον τερματισμό της Κατοχής του Άξονα".
Την 5η Αυγούστου 1944 συγκροτήθηκε μυστικά η Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής με Επιτελάρχη τον Συνταγματάρχη Αντωνόπουλο.
Την 21η Αυγούστου 1944 ο Παπανδρέου συναντήθηκε με τον Τσώρτσιλ στη Ρώμη, ενώ την 2α Σεπτεμβρίου σχηματίσθηκε ελληνική κυβέρνηση με συμμετοχή και μελών του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Την 26η Σεπτεμβρίου, στην Καζέρτα της Ιταλίας, έγινε ευρεία σύσκεψη της κυβερνήσεως με τους Βρετανούς και με εκπροσώπους των οργανώσεων ΕΟΕΑ και ΕΛΑΣ. Με την ομώνυμη Συμφωνία της Καζέρτας δεσμεύθηκαν εγγράφως όλες οι ανταρτικές ομάδες να ενωθούν και να τεθούν υπό τη διοίκηση του Βρετανού Αντιστρατήγου Ρόναλντ Σκόμπυ (Ronald Scobie).
Την 28η Αυγούστου, με τους Γερμανούς παρόντες ακόμη στην Αθήνα, ο Σπηλιωτόπουλος εξέδωσε απόρρητη διαταγή συγκρότησης του επιτελείου της Διοικήσεως Εθνικού Στρατού, οργανωμένου στα βασικά Γραφεία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και ΙΙΙΙ, επανδρωμένα το καθένα με 23 αξιωματικούς επιβεβαιωμένης αξίας, οι οποίοι ...άπαντες δεσμεύονται ότι εις ουδένα θα ανακοινώσωσι τι σχετικώς με την αποστολήν των.
Την 27η Σεπτεμβρίου, συγκροτήθηκε μυστικά ο πυρήνας της Διοικήσεως Διαβιβάσεων και το Τάγμα Διαβιβάσεων Αττικής. Διοικητής της Διοικήσεως ΔΒ τοποθετήθηκε ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Τρεπεκλής με επιτελείς τον Αντισυνταγματάρχη Σεραφείμ Κοκκόλα και τον Λοχαγό Αναστάσιο Γαργαρόπουλο. Η έδρα της Διοικήσεως ΔΒ ήταν το κτίριο του Κεντρικού Ταχυδρομείου Αθηνών.
Ενώ από τον Σεπτέμβριο είχε αρχίσει η Γερμανική Έξοδος από την Ελλάδα, οι ίδιοι οι Γερμανοί άρχισαν να αμφισβητούν τη φοβερή διαταγή του Χίτλερ περί καταστροφής όλων των ζωτικών εγκαταστάσεων της Αττικής και την εκτέλεση όλων των πολιτικών προσωπικοτήτων, ώστε να κυριαρχήσει χάος μετά την εκκένωση ...για να αποδειχθεί ότι χωρίς τους Γερμανούς δεν μπορεί να υπάρχει τάξη, όπως αναφέρει ο Ρόναλντ Χάμπε (Ronald Hampe), Γερμανός ελληνομαθής αρχαιολόγος. Προκειμένου να διευκολύνουν την σύμπτυξη των δυνάμεων τους, υλοποιούσαν την πολιτική της υποδαύλισης (Storpolitik) μεταξύ των αντιμαχόμενων αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα.
Ο Χάμπε, με το βαθμό του ανθυπασπιστού εργαζόταν ως διερμηνέας του Γερμανού Πτεράρχου Χέλμουτ Φέλμυ (Hellmuth Felmy), Διοικητού του LXVIII (68ου) Σώματος Στρατού με έδρα την Αθήνα, ο οποίος μόλις είχε αναλάβει τη γενική διοίκηση των γερμανικών δυνάμεων Ελλάδος από το Στρατηγό των SS Βάλτερ Σιμάνα (Walther Simana).
Ο Σπηλιωτόπουλος είχε πληροφορηθεί τις κακές προθέσεις των Γερμανών και είχε έγκαιρα συγκροτήσει συνεργεία Μηχανικού για τον εντοπισμό των υπονομεύσεων. Ο Χάμπε περιγράφει τις παρασκηνιακές διαμεσολαβητικές ενέργειες ώστε να αποτραπεί η καταστροφή του φράγματος Μαραθώνος και των άλλων κρίσιμων υποδομών της πόλης, δηλαδή της ηλεκτροπαροχής, των τηλεπικοινωνιών, του ραδιοφώνου, όπως επίσης και τις συναντήσεις του με πολιτικούς όπως ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Θεόδωρος Πάγκαλος, με γνωστές προσωπικότητες όπως ο Χρήστος Ζαλοκώστας και ο Λουκής Ακρίτας, με τις αρχές ασφαλείας όπως ο Έβερτ και με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, που σύμφωνα με τον Χάμπε, όλες είχαν αίσιο αποτέλεσμα. Ο Χάμπε ισχυρίζεται ότι την Τρίτη 10η Οκτωβρίου η πόλη των Αθηνών και μόνον αυτή κηρύχθηκε ανοχύρωτη με έγγραφη διαταγή του Φέλμυ η οποία παραδόθηκε από τον Χάμπε στον Σοφούλη αλλά, όπως αποδείχθηκε, οι Γερμανοί δεν τήρησαν τη συμφωνία.
Η έγκυρη έκδοση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού αναφέρει ότι το μόνο σημαντικό που πέτυχαν οι συνεννοήσεις, με τη μεσολάβηση και του κατοχικού υπουργού Τσιρονίκου, ήταν να μην ανατιναχθεί το φράγμα του Μαραθώνος. Καταβλήθηκε προσπάθεια να κηρυχθεί και ο Πειραιάς ανοχύρωτη πόλη, χωρίς επιτυχία, εξαιτίας της επιμονής των Βρετανών σε «παράδοση άνευ όρων» των Γερμανών, πράγμα που οι τελευταίοι δεν δέχθηκαν.
Την 9η Οκτωβρίου 1944 συνέβη ένα κομβικό γεγονός που καθόρισε την τύχη της Ελλάδος για τις επόμενες δεκαετίες. Στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε η συνάντηση του Στάλιν με τον Τσώρτσιλ κατά την οποία συνάφθηκε η λεγόμενη Συμφωνία των Ποσοστών και η ένταξη των χωρών της Ευρώπης σε ζώνες επιρροής, παρά την απουσία του προέδρου των ΗΠΑ από τη σύσκεψη. Για την Ελλάδα συμφωνήθηκαν τα ποσοστά επιρροής 90%-10% με συνέπεια την παραμονή της στο δυτικό κόσμο. Η θέση αυτή του Στάλιν όμως δεν έγινε ευρέως γνωστή στην Ελλάδα και έτσι σύντομα ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά του 1944.
Μέχρι την άφιξη του πρωθυπουργού από την Ιταλία, η πολιτική εξουσία ασκείτο από την Τριμελή Κυβερνητική Επιτροπή με μέλη τους Φίλιππο Μανουηλίδη, Ιωάννη Ζέβγο και Θεμιστοκλή Τσάτσο, οι οποίοι εξέδιδαν συνεχόμενες Γενικές Διαταγές σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την έννομη τάξη.
Την Πέμπτη 12 Οκτωβρίου, η Τριμελής Επιτροπή εγκαταστάθηκε στα Παλαιά Ανάκτορα και οι Έλληνες αξιωματικοί άρχισαν να εμφανίζονται πλέον δημόσια φέροντες την στολή τους. Όμως, δεδομένου ότι ο Πειραιάς δεν είχε χαρακτηρισθεί ανοχύρωτη πόλη, οι λιμενικές εγκαταστάσεις του είχαν υπονομευθεί και την 17:00 άρχισαν οι εκρήξεις. Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος δηλώνει ότι …οι καταστροφές αυτές θα εμποδίσουν τις εκφορτώσεις πλοίων, που θα μας φέρουν τρόφιμα και διάφορα υλικά…
Την 13η Οκτωβρίου 1944, αποχώρησαν από την Αθήνα και οι τελευταίοι των 37.138 Γερμανών από το σύνολο των 110.000 που είχαν μείνει σε ολόκληρη την χώρα, με εξαίρεση την Κρήτη όπου περίπου 15.000 Γερμανοί παρέμειναν με έγκριση των Βρετανών και αναχώρησαν μετά από 8 μήνες.
Την ίδια μέρα, στο πλαίσιο της επιχείρησης ΜΑΝΝΑ έγινε αεραπόβαση στα Μέγαρα της 2ας Ταξιαρχίας Βρετανών Αλεξιπτωτιστών με σοβαρές απώλειες εξαιτίας του δυνατού ανέμου· ακολούθησαν νηοπομπές για την αποβίβαση της 23ης Τεθωρακισμένης Βρετανικής Ταξιαρχίας, η οποία είχε εκπαιδευθεί σαν Μονάδα Πεζικού.
Το πρωί της Τετάρτης 18ης Οκτωβρίου αποβιβάσθηκαν από το θωρηκτό Αβέρωφ ο Παπανδρέου και ο Σκόμπυ και η ελληνική σημαία κυμάτισε ελεύθερη στην Ακρόπολη, μόνη της μετά τον Απρίλιο του 1941.
Στα βρετανικά αρχεία βρέθηκε πλήρες σχέδιο διάσωσης των ελληνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, το οποίο εκπονήθηκε τον Ιούνιο του 1944 από το συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Η ύπαρξη του εκτενούς αυτού σχεδίου δείχνει τη σημασία που έδιναν οι σύμμαχοι στον τομέα της ηλεκτροδότησης. Περιέχει λεπτομερή στοιχεία για τις εγκαταστάσεις και δυνατότητες των ηλεκτρικών σταθμών, όχι μόνον των Αθηνών – Πειραιώς, αλλά και όλων των επαρχιακών πόλεων. Επειδή η επιτυχία του σχεδίου διάσωσης δεν θεωρείτο δεδομένη, σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, ως προσωρινή λύση προέβλεπε τη χρήση γεννητριών που θα λειτουργούσαν επί συμμαχικών πλοίων αγκυροβολημένων κοντά στους σταθμούς ρεύματος. Η έρευνα στα ίδια βρετανικά αρχεία απέδωσε επίσης μια αναλυτική αναφορά 73 σελίδων της 6ης Οκτωβρίου 1944, συνταχθείσα από την υπηρεσία πληροφοριών τους, η οποία αποτελεί λεπτομερή καταγραφή όλων των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και υποδομών Αθηνών – Πειραιώς και περιχώρων, μαζί με χάρτη, όπου βρέθηκαν πολλά χρήσιμα στοιχεία.
Η δράση του Τάγματος Διαβιβάσεων Αττικής
Η ίδρυση Τάγματος Διαβιβάσεων Αττικής είχε αποφασισθεί από τον Σπηλιωτόπουλο και η διοίκηση του ανατέθηκε έγκαιρα στον Ταγματάρχη Ιωάννη Παπαθανασίου ο οποίος, από τον Μάιο του 1944, είχε ξεκινήσει την οργάνωση της Μονάδας, αποκαθιστώντας επαφές με επιλεγμένους αξιωματικούς για τη στελέχωσή του. Ως προσωρινή μυστική έδρα του Τάγματος επελέγη κτίριο της στοάς Καίσαρη, στην οδό Αιόλου. Την 9η Σεπτεμβρίου ο Σπηλιωτόπουλος εξέδωσε τη διαταγή συγκρότησης της Μονάδος η οποία θα περιλάμβανε 4 Λόχους. Η αποστολή της ήταν κατ’ αρχάς τη διάσωση από τις καταστροφικές προθέσεις των αποχωρούντων Γερμανών του Ηλεκτρικού Εργοστασίου Αθηνών-Πειραιώς (ΗΕΑΠ), των τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων της ΑΕΤΕ και των Τ.Τ.Τ. του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, του Ταχυδρομείου της πλατείας Δημαρχείου και η μέριμνα για την μετέπειτα κανονική λειτουργία τους.
Στο τέλος Σεπτεμβρίου, οι συγκροτηθέντες Λόχοι Διαβιβάσεων τέθηκαν σε ετοιμότητα, εκδόθηκαν άδειες ελεύθερης κυκλοφορίας κατά τη νύχτα και συγκεντρώθηκε ο αναγκαίος φορητός οπλισμός. Αναμφίβολα, η παράτολμη αποστολή του Τάγματος ήταν δύσκολο να υλοποιηθεί με τους κατακτητές παρόντες και επίσης ιδιαίτερα επικίνδυνη, αφού εχθρός δεν ήταν μόνον οι Γερμανοί αλλά και οι ένοπλες κομμουνιστικές οργανώσεις που θεωρούσαν οποιαδήποτε άλλη πρωτοβουλία ως αντίθετη με τα δικά τους συμφέροντα.
Ο 1ος Λόχος του Τάγματος με διοικητή το Λοχαγό Γεώργιο Εμμανουήλ είχε την ευθύνη του Ταχυδρομείου που στεγαζόταν στο Μέγαρο Μελά στην πλατεία Δημαρχείου, επί της οδού Κρατίνου 1 και Αιόλου 93. Ο Λόχος κατέλαβε έγκαιρα το κτίριο και εξασφάλισε την απρόσκοπτη λειτουργία των τηλεγραφικών επικοινωνιών.
Ο 2ος Λόχος με διοικητή το Λοχαγό Αναστάσιο Νίκα είχε ως αποστολή τη διασφάλιση της λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού. Το έργο του 2ου Λόχου συνέδραμαν ο Λοχαγός Ιωάννης Γιαννόπουλος και ο Υπολοχαγός Διονύσιος Μπαταΐμης. Ο Γιαννόπουλος ο οποίος στην κατοχή απασχολείτο ως τεχνικός διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Λιοσίων και είχε ενημερωθεί για την αποστολή του Τάγματος από τον Ιούνιο του 1944 κατάφερε να κλέψει από τους Γερμανούς και να κρύψει έναν πομπό ισχύος 50 watt. Παρά την κήρυξη των Αθηνών ως ανοχύρωτης πόλης, στις 11 Οκτωβρίου οι Γερμανοί εγκατέστησαν συνεργείο καταστροφής του ραδιοφωνικού σταθμού, ενώ ο Γιαννόπουλος προφασιζόμενος βλάβη διέκοψε τη λειτουργία του και έτσι δεν μεταδόθηκαν τα γερμανικά προγράμματα. Την ίδια μέρα ανατίναξαν και τους τρεις ιστούς της κεραίας του άλλου σταθμού στην Παλλήνη. Οι Γερμανοί αποχωρώντας στις 12 Οκτωβρίου ανατίναξαν τους ραδιοθαλάμους που βρισκόταν στο υπόγειο του Ζαππείου και τοποθέτησαν εκρηκτικά σε καίρια σημεία του πομπού των Λιοσίων και των δύο πυλώνων της κεραίας τα οποία πυροδότησαν το πρωί της 13 Οκτωβρίου. Με την ανατίναξη ο ένας πυλώνας ύψους 85 μέτρων κατέρρευσε, ενώ ο άλλος ευτυχώς αναπήδησε απλά και παρέμεινε όρθιος στη θέση του. Ο ιστός αυτός στερεώθηκε και λειτούργησε.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Βασίλειος Καλαμπόκης, έφεδρος αξιωματικός του Μηχανικού ενημερωμένος για την αποστολή του Τάγματος ΔΒ Αττικής, και οι τεχνικοί Αθανασόπουλος, Γρίβας και Τσανταρλής, με τη συνδρομή του πυροτεχνουργού Νικόλαου Κορωναίου και των Βρετανών, εντόπισαν και εξουδετέρωσαν τα υπόλοιπα μη εκραγέντα εκρηκτικά που είχαν τοποθετηθεί στον πομπό του σταθμού, αν και η λειτουργία του εκείνη την ώρα ήταν αδύνατη. Το χαρμόσυνο μήνυμα της απελευθέρωσης μεταδόθηκε στις 14 Οκτωβρίου από το γερμανικό πομπό που είχε κρύψει ο Γιαννόπουλος με χρήση της κεραίας που διασώθηκε. Επίσης, άλλες προσωρινές ραδιοφωνικές εκπομπές γινόταν από έναν πομπό ισχύος εξόδου 500 watt εγκατεστημένο στο Χημείο τον οποίο είχε δωρίσει η Πολεμική Αεροπορία στον καθηγητή Μ. Αναστασιάδη, στο εργαστήριο Φυσικής, λίγο πριν την είσοδο των Γερμανών το 1941.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός Λιοσίων ξανάρχισε τη λειτουργία του στην ίδια συχνότητα το μεσημέρι της 20ης Οκτωβρίου με τη χρήση ενός βρετανικού πομπού 2 Kwatt και μιας νέας οριζόντιας κεραίας στερεωμένης σε δύο υψηλούς ξύλινους ιστούς που κατασκεύασε συνεργείο της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Βέβαια ο πομπός είχε χαμηλή ισχύ και κατά συνέπεια μικρή εμβέλεια, περιορισμένη εντός Αττικής και αναγγελλόταν ως "Εδώ προσωρινός ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών". Στις 22 Ιανουαρίου 1945, ο κύριος πομπός των Λιοσίων άρχισε να εκπέμπει και πάλι με κανονική ισχύ εξόδου στην παλιά του συχνότητα.
Ο 3ος Λόχος, με διοικητή το Λοχαγό Γεράσιμο Ρουχωτά, είχε ως αποστολή τη διάσωση του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής στον κόλπο του Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου και την εξασφάλιση της ηλεκτροπαροχής. Παράλληλα έπρεπε να διασφαλίσει τη διάσωση και των υπολοίπων εγκαταστάσεων της ΗΕΑΠ στην Αθήνα καθώς και του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής του Φαλήρου. Στελέχη του Λόχου ήταν ο Ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Σκουρτσής και οι έφεδροι Ανθυπολοχαγοί Βενιζέλος Αποστολίδης, Συμεών Μαγκλιβέρας (αμφότεροι μηχανικοί του εργοστασίου Κερατσινίου) και ο Σπυρίδων Βρυάκος. Στο έργο της διάσωσης συμμετείχε επίσης ο διευθυντής εκμεταλλεύσεως της ΗΕΑΠ Γεώργιος Δράκος. Το υπόλοιπο προσωπικό του Λόχου ήταν επιλεγμένοι εργάτες και τεχνίτες του εργοστασίου Κερατσινίου.
Οι Αποστολίδης και Μαγκλιβέρας ανέλαβαν να παρακολουθούν τις κινήσεις της γερμανικής φρουράς του σταθμού και να οργανώσουν δίκτυο με άτομα εμπιστοσύνης με σκοπό την απρόσκοπτη λειτουργία της ηλεκτροπαραγωγής όταν θα αποχωρούσαν οι κατακτητές. Η γερμανική φρουρά δυνάμεως 40 ανδρών υπό τον Υπολοχαγό Λίντεμαν είχε ήδη από καιρό μεταφέρει εκρηκτικά για την υπονόμευση των μηχανημάτων.
Ο Ζαλοκώστας αναφέρει ότι τον Λίντεμαν είχε προσεγγίσει κρυφά ο Λάβδας και τον είχε πείσει ότι δεν θα έχει να κερδίσει τίποτα από την καταστροφή, αντίθετα θα κινδύνευε μεταπολεμικά να χαρακτηρισθεί ως εγκληματίας πολέμου. Ο Λάβδας είχε νωρίτερα επίσης προσεγγίσει για το θέμα της διάσωσης τον γενικό διευθυντή της ΗΕΑΠ Εντγκαρ Τομασχάουζεν (Thomashausen), αλλά η μεσολάβηση απέβη άκαρπη διότι ο Γερμανός ζητούσε προσωπική επαφή με κάποιον υψηλόβαθμο Βρετανό, πράγμα που δεν έγινε δεκτό. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ως αυτόπτης μάρτυς των εξελίξεων, αναφέρει ότι τότε χρησιμοποιήθηκε για την προσέγγιση ο Γεώργιος Τρυπάνης, άλλο ανώτερο στέλεχος της ΗΕΑΠ, με θετικό αποτέλεσμα. Ο Γεώργιος Παππάς, ηγετικό στέλεχος της αντιστασιακής οργάνωσης Εθνική Δράσις, στο βιβλίο του αναφέρει ότι ο Τομασχάουζεν, Αλσατός με εβραία σύζυγο, ήταν άνθρωπος των Άγγλων και πλήρωσε αδρά τους άλλους Γερμανούς για να μην καταστρέψουν το εργοστάσιο.
Την 12 Οκτωβρίου, με εντολή του Τομασχάουζεν, ο Υπολοχαγός Λίντεμαν έριξε τα περισσότερα εκρηκτικά στη θάλασσα και με μια σχετικά αδύναμη έκρηξη προκάλεσε μικρή βλάβη στις τουρμπίνες χωρίς να τις αχρηστεύσει, ζημιά που θα διορθωνόταν πολύ ευκολότερα και ταχύτερα. Από εκείνη την ώρα διακόπηκε προσωρινά το ηλεκτρικό ρεύμα. Στη συνέχεια ο Λίντεμαν αποχαιρέτισε τους εργαζόμενους και αποχώρησε με τους άνδρες του ανενόχλητος προς τη Θήβα. Ο Χάμπε αναφέρει ότι η βλάβη ήταν σκόπιμα μικρή ώστε το ρεύμα να επανέλθει σε 2-3 ημέρες. Η διακοπή ρεύματος επέτεινε την ανεπάρκεια των μέσων πληρωμής, τα οποία διέθετε η Τράπεζα της Ελλάδος, με συνέπεια στις 13 Οκτωβρίου να εκδοθεί ανακοίνωση από την Τριμελή Επιτροπή ότι εξαιτίας της διακοπής ρεύματος είναι προσωρινά αδύνατη η εκτύπωση του νέου χαρτονομίσματος και οι συναλλαγές θα πρέπει να συνεχιστούν με το ισχύον χαρτονόμισμα.
Ο Αποστολίδης, την 12η Οκτωβρίου, διανυκτέρευσε στο χώρο του εργοστασίου· το βράδυ ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον Μαγκλιβέρα ότι την επομένη οι Γερμανοί ίσως επέστρεφαν στο σταθμό, πιθανότατα για να εκτελέσουν μεγαλύτερη καταστροφή του εργοστασίου.
Το πρωί της 13ης Οκτωβρίου, μια μικρή ομάδα εργατών προετοιμασμένη και εξοπλισμένη με ελαφρύ οπλισμό υπό τον Αποστολίδη απέκρουσε προσπάθεια γερμανικού τμήματος να εισέλθει στο εργοστάσιο, εμπλεκόμενη σε μάχη επί τρίωρο. Φαίνεται όμως ότι αυτή η γερμανική δύναμη δεν είχε ως στόχο το ηλεκτρικό εργοστάσιο, αλλά ήταν απλώς διερχόμενη από εκεί καθοδόν προς τις αποθήκες της εταιρείας καυσίμων SOCONY Oil Company στη Δραπετσώνα, τις οποίες σκόπευε να ανατινάξει. Οι άντρες του Αποστολίδη αντιμετώπισαν επιτυχώς το γερμανικό Λόχο δυνάμεως 30 ανδρών και έξι οχημάτων ο οποίος είχε απώλειες 7 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι απώλειες των εργατών ήταν 3 νεκροί και 6 τραυματίες. Τελικά, ενισχυμένοι από αντιστασιακές ομάδες που ειδοποιήθηκαν έγκαιρα από το Τάγμα ΔΒ τις οποίες αποτελούσαν τμήματα του ΕΛΑΣ, αστυνομικοί και ένα αγγλικό τμήμα υπό τον Βρετανό αξιωματικό Μπράιαν (Bryan), υποχρέωσαν τους Γερμανούς να παραδοθούν, αφού είχε ήδη σκοτωθεί ο επικεφαλής τους. Το σπάνιο γεγονός της συνεργασίας διαφορετικών ενόπλων ομάδων απέναντι στον κατακτητή αποτελεί μία ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση όπου συνεργάσθηκαν στοιχεία του ΕΛΑΣ με δυνάμεις του τακτικού Στρατού και της αστυνομίας.
Με την αποτροπή της καταστροφής του ηλεκτρικού εργοστασίου, ματαιώθηκε η αποστολή των δύο πλοίων-γεννητριών που σχεδίαζε το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής για να καλύψει τις πρώτες ανάγκες της Αθήνας. .
Μετά από έρευνα σε βρετανικά αρχεία, βρέθηκε απόρρητο έγγραφο με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1944 όπου περιγράφεται η κατάσταση της Αθήνας και του Πειραιώς κατά τις προηγούμενες ημέρες και εξιστορείται το τι πραγματικά συνέβη στο ηλεκτρικό εργοστάσιο:
"Μόνον μικρή ζημία έγινε στον Ηλεκτρικό Σταθμό στο κόλπο Αγίου Γεωργίου οφειλόμενη στη παρέμβαση του HEADSMAN του Οργανισμού μας ...Ο σταθμός παραγωγής περιλαμβάνει τέσσερεις τουρμπίνες, με ένα ζεύγος αντλιών ψύξεως η κάθε μία. Οι Γερμανοί υπονόμευσαν με λίγα εκρηκτικά τα περιβλήματα των αντλιών και τα ανατίναξαν, αφού προηγουμένως έσβησαν τις γεννήτριες και απομάκρυναν το προσωπικό. Μετά την επιστροφή του προσωπικού διαπιστώθηκε ότι οι αντλίες στη μία γεννήτρια δεν είχαν υποστεί καμία ζημιά διότι δεν εξεράγησαν τα εκρηκτικά. Οι πέντε από τις υπόλοιπες έξι αντλίες είχαν υποστεί ζημιές μόνον στα περιβλήματα και μόνον μία αντλία είχε πληγεί πιό σοβαρά. Οι επισκευές είναι σε εξέλιξη και τουλάχιστον μία ακόμη γεννήτρια θα είναι σε λειτουργία μέσα σε δέκα ημέρες".
Οι Βρετανοί στο έγγραφό τους αποδίδουν τη μικρή έκταση των ζημιών σε παρέμβαση προς το Γερμανό διοικητή από κάποιον άνθρωπο του «Οργανισμού» τους, τον οποίο αποκαλούν HEADSMAN, του οποίου η ταυτότητα αρχικά ήταν άγνωστη, μέχρι το 2018 οπότε αποκαλύφθηκε ότι πιθανότατα επρόκειτο για τον Βρετανό Αντισυνταγματάρχη Σέππαρντ (Leslie Frederick Sheppard) στέλεχος της SOE, σύνδεσμο Στρατηγείου Καΐρου με τη Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής, που είχε επίσης μεσολαβήσει για τη διάσωση του φράγματος Μαραθώνα. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο Κερατσίνι των εταιρειών SHELL, SOCONY και SOCOMBEL υπέστησαν μικρές ζημιές.
Τη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου ο συμμαχικός στόλος εισήλθε στο λιμάνι και παράλληλα ξεκίνησε και πάλι η λειτουργία του εργοστασίου ρεύματος, με μικρότερη ισχύ. Σύμφωνα με την περιγραφή του Ζαλοκώστα
"…ύστερα από τη χαρά που μας έφερε ο στόλος την ημέρα, έδωσε και η νύχτα μιάν απόλαυση, τη φωτοχυσία. Φωτίστηκαν οι δρόμοι και οι Αθηναίοι κατέβηκαν να γιορτάσουν το διώξιμο της σκοτεινιάς… "
Η Μάχη της Ηλεκτρικής, όπως πλέον αποκαλείται, επιχειρήθηκε να εμφανιστεί στη νεώτερη ιστοριογραφία ως μάχη που δόθηκε αποκλειστικά από δυνάμεις του ΕΛΑΣ με διαστρέβλωση των γεγονότων, αποσιωπώντας εντελώς τη συμμετοχή των στελεχών του Τάγματος ΔΒ Αττικής. Ευτυχώς υπάρχουν οι αδιάψευστες ιστορικές πηγές, τα τεκμήρια και οι μαρτυρίες που διασφαλίζουν τη διάσωση της πραγματικής εκδοχής του συμβάντος.
Ο 4ος Λόχος, με διοικητή το Λοχαγό Δημήτριο Χρήστου, είχε ως αποστολή την εξασφάλιση των εγκαταστάσεων της τηλεφωνικής εταιρείας ΑΕΤΕ με κατάληψη των τριών τηλεπικοινωνιακών κέντρων που βρισκόταν επί των οδών Καρόλου 6 (Μεταξουργείο), Κωλέττη (διασταύρωση με οδό Εμμανουήλ Μπενάκη) και Σταδίου, ως ακολούθως. Στο κεντρικό τηλεφωνικό κέντρο της ΑΕΤΕ επί της οδού Σταδίου 11 θα ενεργούσε ομάδα αξιωματικών αποτελούμενη από το Λοχαγό Δημήτριο Χρήστου και τους Υπολοχαγούς Ιωάννη Φικούρη, Γεώργιο Πανουσόπουλο και Ευάγγελο Θερμό. Στο τηλεφωνικό κέντρο της οδού Κωλέττη, ομάδα αξιωματικών αποτελούμενη από τον Υπολοχαγό Ιωάννη Κουμαρά και τους Ανθυπολοχαγούς Νικόλαο Αποστολάκη και Πέτρο Αθανασιάδη . Τέλος, στο τηλεφωνικό κέντρο της οδού Καρόλου, ο Υπολοχαγός Σωτήριος Καραντούνιας.
Μετά από πολλές αναγνωρίσεις στις αρχές Οκτωβρίου οι αξιωματικοί τέθηκαν σε ετοιμότητα και στις 10 Οκτωβρίου, φέροντες ελαφρύ οπλισμό, κατέλαβαν αιφνιδιαστικά τα τηλεφωνικά κέντρα. Το προσωπικό της ΑΕΤΕ όχι μόνον δεν αντέδρασε αλλά συνέχισε την εργασία του για τη διατήρηση και αποκατάσταση της καλής λειτουργίας των επικοινωνιών της πρωτεύουσας.
Σύμφωνα με την έκδοση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού την 11η Οκτωβρίου οι Γερμανοί …προέβησαν εις καταστροφήν του τηλεφωνικού κέντρου της πρωτευούσης, η οποία προφανώς δεν ήταν μεγάλη. Για την ίδια ημέρα ο Ζαλοκώστας αναφέρει ότι "...Πρωί-πρωί χάλασαν οι Γερμανοί το τηλεφωνικό κέντρο, μα το ελληνικό δαιμόνιο αντίδρασε… έθεσαν στη διάθεση του Σπηλιωτόπουλου τηλεφωνική γραμμή… " Επιβεβαιώνει και ο Χάμπε ότι στις 12 Οκτωβρίου, "...σε αντίθεση με τον ισχυρισμό ότι οι Γερμανοί κατέστρεψαν το τηλεφωνικό κέντρο της Αθήνας, μπόρεσα να διαπιστώσω πως τη νύχτα 12/13 Οκτωβρίου υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας χωρίς κανένα πρόβλημα… "
Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι στην Αθήνα προπολεμικά δεν υπήρχε μόνον ένα κέντρο, αλλά λειτουργούσαν δεκατρία αυτόματα τηλεφωνικά κέντρα τα οποία ήταν διασυνδεδεμένα μεταξύ τους με ζευκτικές γραμμές, ενώ μέχρι το 1944 είχαν προστεθεί άλλα τρία. Στα βρετανικά αρχεία αναφέρεται ότι τα τηλέφωνα λειτουργούσαν κανονικά στις 23 Οκτωβρίου, ενώ βρέθηκε λεπτομερής πίνακας των τηλεφωνικών κέντρων της Αττικής ο οποίος συντάχθηκε τον Οκτώβριο του 1944, όπου σαφώς αναφέρεται ότι από τα 16 κέντρα τα 3 είχαν καταστραφεί ...λίγο πριν την απελευθέρωση. Προσδιορίζει ότι ήταν τα τηλεφωνικά κέντρα του Ελληνικού, του Σκαραμαγκά και της Ελευσίνας, στα οποία προφανώς αναφέρεται η έκδοση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού κατά την οποία τα κέντρα καταστράφηκαν. Η καταστροφή των κέντρων Ελευσίνας και Ελληνικού επιβεβαιώνεται και από άλλη πηγή.
Ο Στρατηγός Σπηλιωτόπουλος, ως επιβράβευση του έργου των Διαβιβαστών στην κρίσιμη αυτή περίοδο, εξέδωσε την ακόλουθη ημερησία Διαταγή:
" Εις τον Διοικητήν της Διοικήσεως Διαβιβάσεων Συνταγματάρχην ΜΧ Τρεπεκλήν Γεώργιον, τους αξιωματικούς και οπλίτας της Διοικήσεως ΔΒ και τα υπ’ αυτής συγκροτηθέντα τμήματα, ως και τους μετά τούτων συνεργασθέντας κατά την προ της απελευθερώσεως περίοδον και μετά την αποχώρησιν των εχθρικών στρατευμάτων υπαλλήλους Τ.Τ.Τ., ΑΕΤΕ, ΗΕΑΠ και Ραδιοφωνικού Συγκροτήματος, εργασθέντας μετά ζήλου, ταχύτητας και αυταπαρνήσεως διά την εξασφάλισιν των Διαβιβάσεων και της Ηλεκτροπαραγωγής και την αποκατάστασιν των καταστραφεισών υπό του εχθρού εγκαταστάσεων
εκφράζω
τας θερμάς ευχαριστίας της Εθνικής Κυβερνήσεως και εμού και συγχαίρω διά το υπό εξαιρετικάς δυσμενείς συνθήκας επιτελεσθέν παρ’ αυτών έργον, δι ου προσήνεγκον εξαιρετικάς υπηρεσίας προς την πατρίδα".
Συνοψίζοντας, το επικίνδυνο έργο του Τάγματος ΔΒ Αττικής ήταν πολύ σημαντικό για τη μεταπολεμική Ελλάδα και η Μονάδα πέτυχε να εκπληρώσει την αποστολή της, αλλά η δράση της παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Απόσπασμα από το βιβλίο.