18/10/2026
🐦ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΩΝ ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ
Η Λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus) είναι τα μικρότερο είδος της οικογένειας των Κορμοράνων και εμφανισιακά και συμπεριφορικά ομοιάζει με τους μεγαλύτερους Κορμοράνους, διαφέροντας μόνο στο μέγεθος. Το μήκος του σώματός της είναι 45-55 εκατοστά και το άνοιγμα φτερών της 80-90 εκατοστά. Έχει μαύρο χρώμα σώματος, με καφετί στο κεφάλι, μακριά ουρά και μικρό ράμφος και λαιμό. Προτιμάει τους εσωτερικούς υγρότοπους με στάσιμα ή αργής ροής νερά και μόνο το Χειμώνα απαντάται παράκτια. Ζουν σε αποικίες που κυμαίνονται από δεκάδες έως εκατοντάδες άτομα, συχνά από κοινού με διάφορα είδη ερωδιών, Χουλιαρομύτες και άλλα είδη Κορμοράνων και κουρνιάζουν μαζικά σε δέντρα μέσα ή κοντά στο νερό. Τρέφεται κυρίως με μικρά ψάρια, άλλους υδρόβιους οργανισμούς και, ενίοτε, μικρά θηλαστικά που συλλαμβάνει με επιδέξιες βουτιές. Παρουσιάζει ήπια μεταναστευτική συμπεριφορά, καθώς προτιμά τις ήπιες θερμοκρασίες. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά τέλη Μαρτίου, όποτε το θηλυκό γεννά 3-6 αυγά που επωάζουν εναλλάξ και οι δύο γονείς για 27-30 μέρες, ενώ, κατόπιν, αμφότεροι φροντίζουν τους νεοσσούς για περίπου 70 μέρες ακόμα. Ο πληθυσμός της μειώθηκε έντονα τον 20ο αιώνα και πλέον απαντάται τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, το βόρειο Αιγαίο, τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Κασπία και το Ιράκ, ενώ ο μεγαλύτερος αναπαραγόμενος πληθυσμός του βρίσκεται στην εκβολή του Δούναβη, με 4000 ζευγάρια. Η Ελλάδα είναι επίσης σημαντική περιοχή για την αναπαραγωγή του είδους, όντας η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που φωλιάζει, με 600 ζευγάρια, κυρίως στη Μικρή Πρέσπα, την Κερκίνη και τη λίμνη Πετρών. Ταυτόχρονα, αποτελεί περιοχή διαχείμασής του, αφού μεγάλο μέρος του πληθυσμού της διαχειμάζει στις λίμνες της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και στο Βόρειο Αιγαίο. Το είδος χαρακτηρίζεται ως κινδυνεύον σύμφωνα με το Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την προστασία των πουλιών και των βιοτόπων τους και σε παγκόσμιο επίπεδο, χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο. Ανάμεσα στις απειλές του, πρωτοστατούν η καταστροφή/υποβάθμιση των παρόχθιων δασών, η όχληση, ο περιορισμός των περιοχών διατροφής, η διατάραξη του υδρολογικού καθεστώτος, ο ανταγωνισμός θέσεων φωλεοποίησης με τον Κορμοράνο, η ρύπανση των υδάτων, καθώς και η παγίδευση στον αλιευτικό εξοπλισμό. Τέλος, στη Λέσβο έχει καταγραφεί σε υγροτόπους του Κόλπου Καλλονής, του Κόλπου της Γέρας, καθώς και σε υγροτόπους της δυτικής και βόρειας Λέσβου.