Μουσείο Ιστορίας της ΑΕΚ / AEK FC History Museum

Call Directions Website Contact the museum

Μουσείο Ιστορίας της ΑΕΚ / AEK FC History Museum Το επίσημο Μουσείο της Ιστορίας της ΑΕΚ στην ALLWYN Arena στη Νέα Φιλαδέλφεια
The official AEK FC History Museum at ALLWYN Arena, home of AEK FC.

21/10/2026

Ο πρώτος σπουδαίος κεντρικός αμυντικός της ΑΕΚ: Μάλλιος Γκάλιτς.

Συνεχίζουμε τη δράση μας "Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας" με το αφιέρωμα σε μία μεγάλη μορφή του συλλόγου μας: τ...
18/10/2026

Συνεχίζουμε τη δράση μας "Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας" με το αφιέρωμα σε μία μεγάλη μορφή του συλλόγου μας: τον τερματοφύλακα Χρήστο Ρίμπα. Κανονικά το αφιέρωμα θα δημοσιευόταν την ερχόμενη εβδομάδα, ωστόσο η επέτειος του θανάτου του σαν σήμερα πριν 45 χρόνια, στις 18 Οκτωβρίου 1981, μας έκανε να το επισπεύσουμε κατά τι.

Χρήστος Ρίμπας: Ο αίλουρος, ο αρχηγός, ο θρύλος της Α.Ε.Κ.

Στις 5 Μαΐου 1929, η Α.Ε.Κ. υποδέχεται την περίφημη ουγγρική Φερεντσβάρος στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στο πλαίσιο του Κυπέλλου Πάσχα. Οι εξέδρες είναι κατάμεστες. Οι επισκέψεις μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων αποτελούν σημαντικά ποδοσφαιρικά γεγονότα για την Αθήνα του Μεσοπολέμου και οι φίλαθλοι δεν χάνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν από κοντά τους σπουδαίους ξένους ποδοσφαιριστές.

Η Α.Ε.Κ. παρατάσσεται με όλα της τα αστέρια, αλλά κάτω από τα δοκάρια δεν βρίσκεται ο καθιερωμένος τερματοφύλακάς της, Γιώργος Γιάμαλης. Τη θέση του παίρνει ένα άγνωστο δεκαπεντάχρονο παιδί. Το όνομά του είναι Χρήστος Ρίμπας.

Η Ένωση χάνει με 3-1, αλλά ο νεαρός τερματοφύλακας αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις. Κανείς δεν μπορεί ακόμη να γνωρίζει ότι εκείνο το παιδί πρόκειται να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους γκολκίπερ που αναδεικνύει το ελληνικό ποδόσφαιρο πριν από τον πόλεμο. Και, ακόμη περισσότερο, στον αρχηγό που σηκώνει τα δύο πρώτα πρωταθλήματα και το πρώτο νταμπλ στην ιστορία της Α.Ε.Κ.

Ο Χρήστος Ρίμπας γεννιέται το 1914 στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας και βρίσκεται στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία, ακολουθώντας τη μοίρα χιλιάδων προσφυγικών οικογενειών. Μεγαλώνει στη Νέα Ιωνία, όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί αγαπημένη ασχολία των παιδιών στις γειτονιές των προσφύγων. Το 1927 αγωνίζεται στην τοπική Αθλητική Ένωση, αρχικά ως κεντρικός επιθετικός, χωρίς να υποψιάζεται ότι η θέση που θα τον κάνει διάσημο βρίσκεται στην άλλη άκρη του γηπέδου.

Η αλλαγή έρχεται το 1928. Ο Ούγγρος προπονητής της Α.Ε.Κ., Γιόζεφ Σβενγκ, τον παρακολουθεί να αγωνίζεται ως τερματοφύλακας με την ομάδα του Παραρτήματος Κολεγίου Αθηνών, στο γήπεδο του Πανελληνίου. Εντυπωσιάζεται από τις ικανότητές του και τον καλεί να ενταχθεί στα τμήματα υποδομής της Ένωσης.

Ο Ρίμπας μαθαίνει τα μυστικά της θέσης δίπλα στον Γιώργο Γιάμαλη, έναν από τους σπουδαιότερους τερματοφύλακες της πρώτης γενιάς της Α.Ε.Κ. Η διαδοχή γίνεται σταδιακά, καθώς ο νεαρός αποκτά εμπειρίες και αναπτύσσει το δικό του αγωνιστικό ύφος. Η καθιέρωσή του δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι φίλαθλοι της Α.Ε.Κ. έχουν συνηθίσει τον Γιώργο Γιάμαλη, τον περίφημο «Βαλεντίνο», και αντιμετωπίζουν αρχικά με δυσπιστία τον νεαρό διάδοχό του, φτάνοντας ορισμένες φορές ακόμη και στις αποδοκιμασίες. Ο Ρίμπας, όμως, δεν απογοητεύεται. Με επιμονή, πείσμα και διαρκή βελτίωση καταφέρνει σταδιακά να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να εξελιχθεί από αμφισβητούμενος νεαρός σε έναν από τους πιο αγαπητούς και καταξιωμένους ποδοσφαιριστές της Ένωσης.

Στις 27 Δεκεμβρίου 1931 έρχεται μια εμφάνιση που επιταχύνει την καθιέρωσή του. Η Α.Ε.Κ. αντιμετωπίζει την ισχυρή αυστριακή Βάκερ, στο Κύπελλο Χριστουγέννων, και επικρατεί με 4-2. Ο Ρίμπας πραγματοποιεί εντυπωσιακές επεμβάσεις και επιβεβαιώνει ότι η Ένωση διαθέτει πλέον έναν τερματοφύλακα με εξαιρετικές προοπτικές.

Σε μια εποχή που οι τερματοφύλακες αγωνίζονται σε σκληρά, συχνά ανώμαλα γήπεδα, χωρίς τα σύγχρονα μέσα προστασίας, ο Ρίμπας ξεχωρίζει για την ευκινησία, τα αντανακλαστικά και την τόλμη του. Οι θεαματικές εκτινάξεις του, οι παράτολμες έξοδοι και η αποφασιστικότητα με την οποία πέφτει στα πόδια των αντιπάλων τού χαρίζουν το προσωνύμιο «αίλουρος».

Διαθέτει όμως και κάτι περισσότερο από τα φυσικά προσόντα ενός μεγάλου γκολκίπερ. Έχει αυτοσυγκέντρωση, ψυχραιμία, πείσμα και μια ισχυρή προσωπικότητα που εμπνέει εμπιστοσύνη στους συμπαίκτες του. Η παρουσία του κάτω από τα δοκάρια προσφέρει σιγουριά σε ολόκληρη την ομάδα. Δεν είναι απλώς ο τελευταίος άνθρωπος της άμυνας, αλλά μια ηγετική φυσιογνωμία, ένας ποδοσφαιριστής που επιβάλλεται με την αξία, την αποφασιστικότητα και το κύρος του.

Η αναγνώρισή του ξεπερνά γρήγορα τα όρια της Α.Ε.Κ. Ο Ρίμπας συγκαταλέγεται στους κορυφαίους τερματοφύλακες της χώρας και θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος Έλληνας γκολκίπερ της προπολεμικής γενιάς. Στις 3 Ιουνίου 1933 πραγματοποιεί την πρώτη του εμφάνιση με την Εθνική Ελλάδας, απέναντι στη Γιουγκοσλαβία, στο Βουκουρέστι. Συνολικά αγωνίζεται εννέα φορές με το εθνόσημο, συμμετέχοντας σε Βαλκανικά Κύπελλα και διεθνείς αναμετρήσεις. Η τελευταία του εμφάνιση καταγράφεται στις 19 Ιουνίου 1936, απέναντι στην Αίγυπτο, στο Κάιρο, όπου είναι και αρχηγός της ελληνικής ομάδας.

Ο Ρίμπας δεν είναι απαραίτητα ο πιο άρτιος τεχνικά τερματοφύλακας της εποχής του. Είναι, όμως, ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και αποτελεσματικούς, με εκπληκτικά αντανακλαστικά, αιλουροειδείς εκτινάξεις και μια σχεδόν παράτολμη αποφασιστικότητα στις επεμβάσεις του. Το θέαμα που προσφέρει κάτω από τα δοκάρια προκαλεί τον θαυμασμό των φιλάθλων, ενώ η αξία του αναγνωρίζεται και έξω από τα ελληνικά σύνορα. Η επιλογή του το 1933 στη Μικτή Βαλκανίων, για μια προγραμματισμένη αναμέτρηση με τη Μικτή Κεντρικής Ευρώπης που τελικά ματαιώνεται, αποτελεί ξεχωριστή διάκριση για έναν Έλληνα ποδοσφαιριστή εκείνης της εποχής.

Οι εμφανίσεις του προκαλούν ενδιαφέρον και στο εξωτερικό. Το 1936, η ρουμανική Ιουνιρέα επιχειρεί να τον κρατήσει στη χώρα, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να συνεχίσει ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ο Ρίμπας αρνείται. Προτιμά να επιστρέψει στην Ελλάδα και να συνεχίσει να υπερασπίζεται την εστία της Α.Ε.Κ. Το περιστατικό θυμάται πολλά χρόνια αργότερα ο παλιός συμπαίκτης του Τρύφων Τζανετής, αναδεικνύοντας την αφοσίωση του μεγάλου τερματοφύλακα στην Ένωση.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η Α.Ε.Κ. δημιουργεί μια από τις σπουδαιότερες ομάδες της προπολεμικής περιόδου. Στις τάξεις της βρίσκονται ποδοσφαιριστές όπως ο Κλεάνθης Μαρόπουλος, ο Τρύφων Τζανετής και άλλες μεγάλες μορφές που γράφουν ιστορία με την κιτρινόμαυρη φανέλα.

Ανάμεσα σε αυτούς, ο Χρήστος Ρίμπας κατέχει ξεχωριστή θέση. Είναι ο αρχηγός της ομάδας, ο έμπειρος και καταξιωμένος τερματοφύλακας που με την προσωπικότητά του αποτελεί σημείο αναφοράς για τους συμπαίκτες του. Σε μια ομάδα γεμάτη σπουδαίους ποδοσφαιριστές, εκείνος αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο.

Η περίοδος 1938-39 αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της Ένωσης. Η Α.Ε.Κ. κατακτά το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα της ιστορίας της και το συνδυάζει με την κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας, πετυχαίνοντας το πρώτο νταμπλ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο άνθρωπος που σηκώνει τα δύο τρόπαια ως αρχηγός της Α.Ε.Κ. είναι ο Χρήστος Ρίμπας.

Δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο του απέναντι στη Φερεντσβάρος, το άγνωστο δεκαπεντάχρονο παιδί έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους τερματοφύλακες της χώρας και βρίσκεται στην κορυφή του ελληνικού ποδοσφαίρου, επικεφαλής μιας ομάδας που γράφει τις πρώτες χρυσές σελίδες της ιστορίας της.

Η επιτυχία δεν είναι περιστασιακή. Την επόμενη περίοδο, 1939-40, η Α.Ε.Κ. κατακτά ξανά το πανελλήνιο πρωτάθλημα. Ο Ρίμπας σηκώνει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το τρόπαιο του πρωταθλητή, επιβεβαιώνοντας τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην πρώτη μεγάλη εποχή της Ένωσης.

Οι δύο διαδοχικοί τίτλοι και το νταμπλ του 1939 αποτελούν τις κορυφαίες στιγμές μιας σπουδαίας σταδιοδρομίας. Ο Ρίμπας δεν είναι απλώς ένας από τους πρωταγωνιστές αυτών των επιτυχιών. Είναι ο αρχηγός που τις σφραγίζει με την παρουσία και την προσωπικότητά του.

Το 1940, την ώρα που ο Ρίμπας βρίσκεται στην κορυφή της ποδοσφαιρικής του διαδρομής, ξεσπά ο πόλεμος. Η κανονική αγωνιστική δραστηριότητα διακόπτεται και μια ολόκληρη γενιά μεγάλων ποδοσφαιριστών χάνει πολύτιμα χρόνια από τη σταδιοδρομία της.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Ρίμπας επιστρέφει στα γήπεδα και συνεχίζει να προσφέρει στην Α.Ε.Κ. Στις 26 Δεκεμβρίου 1947 πραγματοποιεί την τελευταία του εμφάνιση, απέναντι στον Ολυμπιακό, για το Κύπελλο Χριστουγέννων. Ένας από τους σημαντικότερους τερματοφύλακες της ιστορίας της αποχαιρετά την ενεργό δράση.

Η αποχώρησή του από τα γήπεδα δεν σημαίνει όμως και απομάκρυνση από την Α.Ε.Κ. Αντίθετα, ο Ρίμπας παραμένει για πολλά ακόμη χρόνια κοντά στην αγαπημένη του ομάδα, αναλαμβάνοντας κατά καιρούς καθήκοντα βοηθού προπονητή ή εφόρου του ποδοσφαιρικού τμήματος. Δεν πρόκειται απλώς για έναν παλαίμαχο που επιστρέφει στην ομάδα του, αλλά για μια προσωπικότητα με τεράστια εμπειρία και αναγνωρισμένο κύρος. Συμβουλεύει, καθοδηγεί και εμπνέει τους νεότερους ποδοσφαιριστές, μεταφέροντάς τους τις γνώσεις και τη νοοτροπία που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους μεγάλους πρωταγωνιστές της προπολεμικής περιόδου. Ασχολείται επίσης με την προπονητική και σε άλλους συλλόγους, ενώ εργάζεται στην Εταιρεία Υδάτων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1981, ο Χρήστος Ρίμπας φεύγει από τη ζωή. Δύο ημέρες αργότερα, η «Αθλητική Ηχώ» τον αποχαιρετά με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο μεγαλύτερος Έλληνας γκολκήπερ όλων των εποχών». Ο Τρύφων Τζανετής και ο Κλεάνθης Μαρόπουλος μιλούν με συγκίνηση για τον παλιό τους φίλο, αναδεικνύοντας τόσο τις εξαιρετικές ποδοσφαιρικές του ικανότητες όσο και τον χαρακτήρα του. Ο Μαρόπουλος, ένας από τους στενότερους φίλους του, θυμάται ότι γνωρίζονται από παιδιά και ότι ο Ρίμπας είναι εκείνος που τον φέρνει στην Α.Ε.Κ. το 1935.

Ο Χρήστος Ρίμπας αφήνει ως παρακαταθήκη τα δύο πρώτα πρωταθλήματα Ελλάδας στην ιστορία της Α.Ε.Κ., δύο Κύπελλα και εννέα συμμετοχές στην Εθνική ομάδα. Πάνω απ' όλα, όμως, αφήνει την κληρονομιά ενός σπουδαίου τερματοφύλακα και μιας ηγετικής προσωπικότητας που ταυτίζεται με την πρώτη χρυσή εποχή του συλλόγου.

Είναι ο «αίλουρος» που προκαλεί τον θαυμασμό των φιλάθλων, ο άνθρωπος που εμπνέει σιγουριά στους συμπαίκτες του, ο αρχηγός που σηκώνει τα πρώτα μεγάλα τρόπαια της Ένωσης. Και είναι, ταυτόχρονα, ο πιστός στρατιώτης της Α.Ε.Κ., που συνεχίζει να την υπηρετεί για δεκαετίες μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες τερματοφύλακες της προπολεμικής εποχής και μία από τις εμβληματικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της Α.Ε.Κ.

Στις φωτογραφίες:

1. Πορτρέτο του Χρήστου Ρίμπα, αρχές δεκαετίας του ’30.
2. Με τον Δεληκάρη, συμπαίκτες στην Α.Ε.Κ. και στη μικτή Αθηνών, τον Φεβρουάριο 1933.
3. Εν δράσει τον Μάρτιο 1936, σε ντέρμπι εναντίον του Παναθηναϊκού.
4. Ένα ιδιαίτερο δημοσίευμα του Μαρτίου 1937, που παρουσιάζει την αγωνία της Έλλης Ρίμπα, όταν αγωνίζεται ο σύζυγός της.
5. Δημοσίευμα του Φεβρουαρίου 1937, με τον Χρήστο Ρίμπα να αποθεώνεται από τους συμπαίκτες του, για την απόδοσή του που χάρισε στην Α.Ε.Κ. τη νίκη εναντίον του Π.Α.Ο.
6. Πορτρέτο, τέλη δεκαετίας ’30.
7. Το 1938 επιστρέφει μετά από τραυματισμό, που τον έχει κρατήσει για αρκετό διάστημα εκτός δράσης.
8. Ως αρχηγός της Α.Ε.Κ. κατακτά το νταμπλ της περιόδου 1938-1939.
9. Βασικός τερματοφύλακας της εθνικής Ελλάδος στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30, εδώ με τους συμπαίκτες του στην Α.Ε.Κ. Κοντούλη, Παπαδόπουλο, Σκλαβούνο και Μαρόπουλο, το 1938.
10. Πορτρέτο, μέσα δεκαετίας ’30.
11. Στον αγωνιστικό χώρο, το 1940.
12. Την άνοιξη του 1944 επανεκκινεί η ποδοσφαιρική δράση. Η Α.Ε.Κ. κατακτά το πρώτο Κύπελλο Αθηνών, το οποίο απονέμει στον αρχηγό της, Χρήστο Ρίμπα, ο δήμαρχος Αθηναίων Άγγελος Γεωργάτος.
13. Η Α.Ε.Κ. του 1944, με τον Χρήστο Ρίμπα αρχηγό και τροπαιοφόρο.
14. Πορτρέτο του Χρήστου Ρίμπα προς το τέλος της καριέρας του, το 1947.
15. Εν δράσει, σε μία από τις τελευταίες εμφανίσεις του.
16. Για χρόνια παραμένει κοντά στην αγαπημένη του Α.Ε.Κ. Εδώ, βοηθός προπονητή του Λούκας «Χάρι» Αουρέτνικ, μαζί με τον Τρύφωνα Τζανετή, το 1960.
17. Δημοσίευμα στην «Αθλητική Ηχώ» της 20.10.1981, που αναφέρεται στον θάνατο του Χρήστου Ρίμπα.

17/10/2026

Ο βράχος του Ολύμπου: Γιώργος Κεφαλίδης!

Συνεχίζουμε τη δράση μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» με το αφιέρωμα σε μία σημαντική μορφή της Α.Ε.Κ., τον ...
14/10/2026

Συνεχίζουμε τη δράση μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» με το αφιέρωμα σε μία σημαντική μορφή της Α.Ε.Κ., τον σπουδαίο Γιάννη Κανάκη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ - Ο τζέντλεμαν των γηπέδων

Ο Γιάννης Κανάκης γεννιέται στις 27 Αυγούστου 1927 στην Καβάλα, σε οικογένεια προσφύγων. Το ποδόσφαιρο μπαίνει από νωρίς στη ζωή του. Κάνει τα πρώτα του βήματα στην Ελπίδα Καβάλας και στη συνέχεια αγωνίζεται στην Α.Ε.Κ. Καβάλας. «Τότε στην Καβάλα υπήρχαν η Α.Ε.Κ., οι Φίλιπποι και ο Ηρακλής. Εγώ πήγα στην Α.Ε.Κ.», θυμάται δεκαετίες αργότερα. Η επιλογή μόνο τυχαία δεν είναι για το προσφυγόπουλο από την Καβάλα. Η πρώτη του Α.Ε.Κ. γίνεται ουσιαστικά ο δρόμος που θα τον οδηγήσει στη μεγάλη Ένωση της Αθήνας.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του αγωνίζεται κυρίως στην άμυνα. Στην Αθήνα όμως όλα αλλάζουν. Το 1949 έρχεται στην Α.Ε.Κ., έπειτα από υπόδειξη του Κώστα Νεγρεπόντη, και μετακινείται στη μεσοεπιθετική γραμμή. Καθιερώνεται ως «μέσα δεξιά» ή «μέσα αριστερά», ο λεγόμενος ντεμί κυνηγός της εποχής. Δυνατός, γεροδεμένος, ψυχωμένος αλλά ταυτόχρονα τεχνίτης, διαθέτει κυρίως ένα εντυπωσιακά δυνατό σουτ. Τα πόδια του, όπως λένε όσοι τον βλέπουν να αγωνίζεται, «σκοτώνουν». Σε αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται και το παρατσούκλι του, «ο μυταρόλας», από τα δυνατά σουτ που εξαπολύει με τη μύτη του παπουτσιού, τα οποία γίνονται φόβος για τους αντίπαλους τερματοφύλακες.

Ο Κανάκης όμως δεν είναι μόνο δύναμη. Είναι ποδοσφαιριστής με προσωπικότητα και ηγετικά χαρακτηριστικά, αλλά ταυτόχρονα ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Ακόμη και οι φίλαθλοι των αντιπάλων συλλόγων τον παραδέχονται και τον τιμούν για το ήθος του, γεγονός που εξηγεί γιατί μένει στη μνήμη των ανθρώπων του ποδοσφαίρου ως πραγματικός «τζέντλεμαν των γηπέδων».

Η εποχή του είναι εντελώς διαφορετική από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο που ακολουθεί. Οι παίκτες δεν ζουν από την μπάλα. Ο Κανάκης εργάζεται κανονικά στη ΔΕΗ και προπονείται και αγωνίζεται παράλληλα. Το πρωί είναι εργαζόμενος, το απόγευμα ένας από τους μεγαλύτερους αστέρες της Α.Ε.Κ. Η ανταμοιβή δεν είναι τα μεγάλα συμβόλαια, αλλά η αγάπη του κόσμου, η φανέλα και το παιχνίδι.

Φτάνοντας στην Α.Ε.Κ. έχει την τύχη να συναντήσει τα τελευταία μεγάλα ονόματα της προπολεμικής και κατοχικής γενιάς. Παίζει δίπλα στον Κλεάνθη Μαρόπουλο, τον Τρύφωνα Τζανετή, τον Μιχάλη Δελαβίνια και άλλους σπουδαίους ποδοσφαιριστές. Στα πρώτα του χρόνια έχει την τύχη να βρίσκεται υπό την καθοδήγηση του Άγγλου Τζακ Μπίμπυ, μίας από τις σημαντικότερες προπονητικές φυσιογνωμίες που περνούν από την Α.Ε.Κ. Ο ίδιος ο Κανάκης θα κατονομάσει τον ψηλό και αυστηρό Βρετανό ως τον καλύτερο προπονητή που θα συναντήσει στην καριέρα του, έναν πρωτοποριακό τεχνικό που εισάγει νέες ποδοσφαιρικές ιδέες στην Ελλάδα και δουλεύει με το περίφημο σύστημα WM. Με τον Μπίμπυ στον πάγκο ο Κανάκης θα κατακτήσει στην πρώτη του κιόλας σεζόν στην Α.Ε.Κ. τον πρώτο τίτλο στην καριέρα του, το κύπελλο Ελλάδας της περιόδου 1949-1950.

Όταν ο Κλεάνθης Μαρόπουλος αποχωρεί το 1952, το περιβραχιόνιο του αρχηγού της Α.Ε.Κ. θα περάσει στον Κώστα Πούλη, με δεύτερο αρχηγό τον Γιάννη Κανάκη, μολονότι στην ομάδα υπάρχουν και παίκτες παλαιότεροι από αυτόν. Αυτό μαρτυρά το κύρος που έχει ήδη αποκτήσει μέσα στα αποδυτήρια. Μετά την αποχώρηση και του Πούλη ο Κανάκης γίνεται ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός της Α.Ε.Κ., ο άνθρωπος που εμπνέει σεβασμό σε συμπαίκτες και αντιπάλους.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του έρχεται στις 24 Ιουνίου 1956. Στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας η Α.Ε.Κ. αντιμετωπίζει τον ανίκητο εκείνα τα χρόνια Ολυμπιακό, την ομάδα που έχει σαρώσει όλους τους τίτλους στη δεκαετία του ’50. Η Ένωση κατορθώνει να προηγηθεί με γκολ του Γιάννη Χανιώτη, ο Ολυμπιακός φέρνει, ωστόσο, το παιχνίδι στα ίσα με τον Δαρίβα. Ο τελικός ισορροπεί στο 1-1 όταν, στα μέσα του β’ ημιχρόνου, ο Κανάκης εξαπολύει ένα από εκείνα τα σουτ που τον έχουν κάνει διάσημο και σημειώνει το 2-1. Η Α.Ε.Κ. καταφέρνει με νύχια και με δόντια να διατηρήσει το προβάδισμα και κατακτά το Κύπελλο, μέσα σε θύελλα πανηγυρισμών από τους φιλάθλους της.

Δεκαετίες μετά, όταν του ζητούν να ξεχωρίσει μία στιγμή από τα χρόνια του με την κιτρινόμαυρη φανέλα, ο Κανάκης δεν δυσκολεύεται: «Η πιο μεγάλη στιγμή μου στην Α.Ε.Κ. ήταν το γκολ στον τελικό του Κυπέλλου του 1956». Θυμάται κυρίως την αποθέωση από τον κόσμο μετά το τέλος του αγώνα. Το γκολ αυτό μένει για πάντα συνδεδεμένο με το όνομά του. Στο τέλος του αγώνα τρέχει και αρπάζει μέσα από τα χέρια συμπαικτών και αντιπάλων τη μπάλα του τελικού. Θα τη φυλάξει σπίτι του για δεκαετίες. Μετά τον θάνατό του η οικογένειά του θα δωρίσει τη μπάλα αυτή στο Μουσείο Ιστορίας της Α.Ε.Κ., του οποίου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα.

Η σχέση του με την Εθνική ομάδα είναι μικρή σε αριθμό συμμετοχών, όχι όμως σε σημασία. Φορά μία φορά τη φανέλα της Εθνικής Ανδρών, στις 14 Οκτωβρίου 1951 στη Μασσαλία, απέναντι στη Β’ ομάδα της Γαλλίας. Πολύ εντονότερη είναι η παρουσία του στην Εθνική Ενόπλων, με την οποία σημειώνει δέκα γκολ και συμμετέχει στη μεγάλη διεθνή πορεία της στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Το φθινόπωρο του 1959 γράφει μία ακόμη ξεχωριστή σελίδα. Στις 25 Οκτωβρίου διεξάγεται η πρώτη αγωνιστική του νέου ενιαίου πρωταθλήματος της Α΄Εθνικής. Στο Καραϊσκάκη, απέναντι στον Εθνικό, ο Κανάκης σκοράρει μόλις στο τρίτο λεπτό και χαρίζει στην Α.Ε.Κ. τη νίκη με 1-0. Είναι το πρώτο γκολ της Α.Ε.Κ. στην ιστορία της Α΄ Εθνικής.

Η σεζόν 1959-60 είναι η τελευταία του. Αγωνίζεται στις πρώτες έξι αγωνιστικές της νέας Α’ Εθνικής και σκοράρει δύο φορές. Στις 24 Φεβρουαρίου 1960, σε φιλική αναμέτρηση ανάμεσα στην Α.Ε.Κ. και τις εθνικές ομάδες ανδρών και ενόπλων που διοργανώνεται προς τιμήν του στη Νέα Φιλαδέλφεια, ο Γιάννης Κανάκης τιμάται για την προσφορά του με το μετάλλιο του χρυσού δικεφάλου, την ύψιστη τιμή του συλλόγου. Η αναλυτική καταγραφή που διασώζεται του αποδίδει 176 επίσημες συμμετοχές και 69 γκολ: 92 συμμετοχές και 41 γκολ στο Πρωτάθλημα Αθηνών, 52 και 15 στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και 32 συμμετοχές με 13 γκολ στο Κύπελλο.

Το τέλος της ποδοσφαιρικής καριέρας του δεν σημαίνει όμως και τέλος της σχέσης του με την Α.Ε.Κ. Ο Κανάκης παραμένει δίπλα στον σύλλογο και επιστρέφει αργότερα σε ενεργό ρόλο ως έφορος του ποδοσφαιρικού τμήματος. Επί Λουκά Μπάρλου βρίσκεται ξανά στην πρώτη γραμμή, αυτή τη φορά έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, και ζει από κοντά το νταμπλ του 1978 και το πρωτάθλημα του 1979. Έτσι, ο άνθρωπος που έχει παίξει με τον Μαρόπουλο και τον Νεστορίδη βρίσκεται τώρα δίπλα στην Α.Ε.Κ. του Παπαϊωάννου, του Μαύρου και της μεγάλης ευρωπαϊκής πορείας.

Ακόμη και σε βαθιά γεράματα δεν παύει να νοιάζεται για την ομάδα. Το 2012-13, στα 86 του χρόνια, όταν η Α.Ε.Κ. περνά τη δραματικότερη περίοδο της ιστορίας της, πηγαίνει στα γραφεία της ΠΑΕ για να εκφράσει την αγωνία και την αγανάκτησή του για όσα συμβαίνουν. Η Α.Ε.Κ. για εκείνον δεν είναι μία παλιά επαγγελματική σχέση. Είναι κομμάτι της ζωής του. Το λέει άλλωστε ο ίδιος με τον απλούστερο τρόπο στη μεγάλη συνέντευξη που παραχωρεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του: «Για μένα Α.Ε.Κ. σημαίνει το παν… Αγαπώ τόσο πολύ την Α.Ε.Κ. που δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ».

Ο Γιάννης Κανάκης θα φύγει από τη ζωή στις 24 Μαρτίου 2016, σε ηλικία 88 ετών. Θα αφήσει όμως πίσω του κάτι περισσότερο από αριθμούς, συμμετοχές και γκολ. Είναι ο αρχηγός που παραλαμβάνει την Α.Ε.Κ. από τη γενιά του Μαρόπουλου, ο επιθετικός που υποδέχεται τη γενιά του Νεστορίδη, ο σκόρερ του Κυπέλλου του 1956 και, πολλά χρόνια αργότερα, ο έφορος που βρίσκεται δίπλα στη μεγάλη Α.Ε.Κ. του Μπάρλου.

Πάνω απ’ όλα, όμως, μένει ένας άνθρωπος που υπηρετεί την Α.Ε.Κ. σε διαφορετικές εποχές και από διαφορετικές θέσεις, χωρίς ποτέ να απομακρύνεται πραγματικά από αυτήν. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής, ένας άξιος αρχηγός και ένας πραγματικός τζέντλεμαν των γηπέδων.

Στις φωτογραφίες:

1. Πορτρέτο του Γιάννη Κανάκη, στα τέλη της δεκαετίας του ’40.
2. Εν δράσει, στις αρχές της δεκαετίας του ’50.
3. Πορτρέτο του Γιάννη Κανάκη με τη φανέλα της Α.Ε.Κ., γύρω στο 1952.
4-6. Με την Εθνική Ομάδα, το 1951.
7. Κύπελλο Σεπτεμβρίου 1955, ο Κανάκης είναι το πρόσωπο της Α.Ε.Κ.
8. Ολόσωμη φωτογραφία, από τον προθάλαμο του Μουσείου Ιστορίας της Α.Ε.Κ.
9. Η επιθετική πεντάδα της Α.Ε.Κ. το 1957.
10. Δημοσίευμα του Μαΐου 1959.
11. Αρχηγός της Α.Ε.Κ. πριν από αγώνα με τον Ολυμπιακό.
12. Πορτρέτο, το 1958.
13. Εντυπωσιακό στιγμιότυπο από αγώνα με τον Πανιώνιο, το 1958. Σε δεύτερο πλάνο ο Γιάννης Χανιώτης.
14. Στις 24 Φεβρουαρίου 1960 διοργανώνεται προς τιμήν του φιλική αναμέτρηση ανάμεσα στην Α.Ε.Κ. και την Εθνική Ελλάδος. Στο «αντίο» του ο Γιάννης Κανάκης τιμάται από τον πρόεδρο της Α.Ε.Κ., Νίκο Γκούμα, με τον Χρυσό Δικέφαλο, την ύψιστη τιμή του συλλόγου.
15. Συμβολική φωτογραφία: ο Κανάκης αποχωρεί και ο πρωταγωνιστής της Α.Ε.Κ. είναι πια ο μεγάλος αστέρας με το νούμερο 9, Κώστας Νεστορίδης.
16. Με τον γιο του Κώστα, στον αγώνα του «αντίο» του.
17. Τιμάται από τον πρόεδρο της Α.Ε.Κ. Νίκο Γκούμα με το μετάλλιο του χρυσού δικεφάλου.
18. Αφιέρωμα του Λευτέρη Παπαδόπουλου για τον Γιάννη Κανάκη στην «Ομάδα».
19-20. Το «αντίο».
21. Έφορος για πολλά χρόνια στο ποδοσφαιρικό τμήμα της Α.Ε.Κ. Στη φωτό το 1979, προσπαθεί να ηρεμήσει μαζί με τον προπονητή Ανδρέα Σταματιάδη, τον Τάκη Νικολούδη, που έχει αποβληθεί σε ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό.
22. Τιμάται από την Α.Ε.Κ. για την πολυετή προσφορά του, το 2010.
23. Η σχετική προθήκη στο Μουσείο Ιστορίας της Α.Ε.Κ., όπου εκτίθεται η μπάλα του τελικού Κυπέλλου Ελλάδας 1956, το μετάλλιό του από τον αγώνα και φωτογραφικό υλικό.

13/10/2026

Αντώνης Παραγυιός, το λιοντάρι της Α.Ε.Κ.!

Το αφιέρωμα αυτό στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» αφορά έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή, ...
08/10/2026

Το αφιέρωμα αυτό στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» αφορά έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή, που προσέφερε πολλά στην Α.Ε.Κ. τόσο στα 11 χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της, όσο και αργότερα, μέχρι το τέλος της ζωής του: τον Στέλιο Σκευοφύλακα.

Στέλιος Σκευοφύλαξ

Γεννιέται στις 6 Ιανουαρίου 1939 και μεγαλώνει στην προσφυγική Νέα Ιωνία. Οι γονείς του Αντώνης και Ειρήνη είναι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη αντίστοιχα. Ο πατέρας του, φανατικός φίλαθλος της Α.Ε.Κ. τον πηγαίνει από το χέρι στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας για να βλέπουν τα παιχνίδια και του μεταφέρει την αγάπη για την Ένωση.

Μικρός με τους φίλους του δημιουργούν στην Ελευθερούπολη μια ομάδα που τη βαφτίζουν Άη Γιώργη. Εκεί πρωτοπαίζει 10 χρονών. Λίγο αργότερα εντάσσεται στην Α.Ε. Ελευθερούπολης. Ωστόσο, στα 15 του, στο ντεμπούτο κιόλας με τη β’ ομάδα απέναντι στον Εθνικό Αστέρα, τραυματίζεται σοβαρά και μένει εκτός γηπέδων πολλούς μήνες. Μετά από μακρά περίοδο αποθεραπείας επιστρέφει στα γήπεδα και με τη μία δείχνει το πλούσιο ταλέντο του. Μετά από λίγα παιχνίδια με τη β’ ομάδα καθιερώνεται στην α’ ομάδα της Ελευθερούπολης. όπου παίζει κυρίως μέσα δεξιά και κεντρικός αμυντικός.

Το 1961 η διοίκηση της Ελευθερούπολης προσεγγίζεται από τον Παναθηναϊκό, προκειμένου να τού παραχωρήσει τους δύο ποδοσφαιριστές της που έχουν ξεχωρίσει: τον Παναγιωτίδη και τον Σκευοφύλακα. Η Ελευθερούπολη δέχεται, όμως ο ίδιος ο Σκευοφύλαξ έχει αντιρρήσεις και βάζει βέτο. Απαιτεί να πάει μόνο στην ομάδα της καρδιάς του, την Α.Ε.Κ., καθώς του φαίνεται αδιανόητο να αγωνιστεί σε άλλη ομάδα, και μάλιστα στον μεγάλο της αντίπαλο. Προκειμένου να το πετύχει αυτό δέχεται να μην πάρει ο ίδιος δραχμή για τη μεταγραφή, και να δοθεί το σύνολο των χρημάτων που δίνει η Α.Ε.Κ. (62.000 δρχ.) στην Ελευθερούπολη. Η διοίκηση της τελευταίας, βλέποντας τον ποδοσφαιριστή ανένδοτο, πείθεται να συναινέσει. Πρόκειται για μία από τις πρώτες περιπτώσεις ποδοσφαιριστών – οπαδών της Α.Ε.Κ., που αρνούνται να μεταγραφούν σε άλλους συλλόγους και απαιτούν να μεταγραφούν στην ομάδα της καρδιάς τους, κάνοντας πέρα το προσωπικό τους συμφέρον.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του – είναι μόλις 21 ετών – ο Σκευοφύλαξ καθιερώνεται σχεδόν αμέσως στην Α.Ε.Κ. Το ντεμπούτο του σε επίσημο αγώνα γίνεται στις 9 Σεπτεμβρίου 1961, στη σαρωτική νίκη της ΑΕΚ επί του Αιγάλεω με 8-0, αγώνας στον οποίο δίνει τρεις ασίστ.

Από τότε δεν κοιτάζει ξανά πίσω του. Για τα επόμενα 11 χρόνια είναι βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ενδεκάδας της Α.Ε.Κ., αγωνιζόμενος είτε ως αμυντικός είτε ως δεξιός μέσος, σχεδόν πάντα με το νούμερο 8 στην πλάτη. Διακρίνεται από την ένταση στο παιχνίδι του, τη συνεχή κίνηση – αυτό που στη γλώσσα του ποδοσφαίρου λέγεται «μηχανάκι» - αλλά και την καλή του τεχνική και την έξυπνη κάθετη πάσα προς τους επιθετικούς.

Το ποδόσφαιρο όμως στα χρόνια αυτά είναι ακόμα αυστηρά ερασιτεχνικό και οι ποδοσφαιριστές έχουν ελάχιστες ή και μηδενικές αποδοχές από αυτό. Για να βγάλει το ψωμί του λοιπόν ο Στέλιος Σκευοφύλαξ εργάζεται μαζί με τον πατέρα του και ως υδραυλικός καλοριφέρ. Με τα πρώτα λίγα χρήματα που θα πάρει από την Α.Ε.Κ. το 1963 ως πριμ για την κατάκτηση του πρωταθλήματος θα ανοίξει ένα μαγαζί μαζί με τον συμπαίκτη του, Γιώργο Πετρίδη.

Με την κιτρινόμαυρη φανέλα ο Στέλιος Σκευοφύλαξ θα καταγράψει συνολικά 339 συμμετοχές, εκ των οποίων 297 στο πρωτάθλημα, όπου θα σημειώσει και 19 γκολ. Κατακτά με την Α.Ε.Κ. τρία Πρωταθλήματα (1962-63, 1967-68, 1970-71) και 2 Κύπελλα Ελλάδας (1963-64, 1965-66) ενώ θα έχει ενεργό ρόλο στην πρώτη διάκριση ελληνικής ομάδας στα κύπελλα Ευρώπης, με την πρόκριση στους 8 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, τη σεζόν 1968-1969.

Μετά από αρκετές συμμετοχές στις «μικρές» εθνικές ομάδες, ο Σκευοφύλαξ χρίζεται διεθνής και με την Εθνική Ανδρών τον Μάιο του 1963, στη νικηφόρα με 2-1 φιλική αναμέτρηση εναντίον της Πολωνίας. Θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια ακόμη 10 συμμετοχές με το εθνόσημο, σε μια εποχή που οι αγώνες των εθνικών ομάδων είναι πολύ σπανιότεροι από σήμερα.

Δυστυχώς για τον ίδιο, αλλά και για την Α.Ε.Κ., η καριέρα του στην Ένωση ολοκληρώνεται μάλλον πρόωρα, το καλοκαίρι του 1972. Από τη μία υπάρχει η επιμονή – κάποιοι θα την έλεγαν και εμμονή – του προπονητή Μπράνκο Στάνκοβιτς, να ανανεώνει το έμψυχο δυναμικό της ομάδας, αποστρατεύοντας τους πιο ώριμους παίκτες, πολλές φορές βεβιασμένα. Από την άλλη είναι οι αριστερές του πολιτικές πεποιθήσεις, που δεν αρέσουν στην χούντα των συνταγματαρχών.
Αναγκάζεται λοιπόν να αποχωρήσει από την αγαπημένη του Α.Ε.Κ. και να ολοκληρώσει την καριέρα του με τη φανέλα του Ατρόμητου, μαζί με ακόμη τρεις «αποστρατευμένους» την ίδια χρονιά από την Ένωση, τους Γιώργο Κεφαλίδη, Φώτη Μπαλόπουλο και Νότη Ψυχογιό. Κι όπως τόσο συχνά συμβαίνει στο ποδόσφαιρο, και κατ’ εξοχήν στην Α.Ε.Κ., οι πρώην τιμωρούν. Με τους τέσσερις τέως κιτρινόμαυρους στην ενδεκάδα του, ο Ατρόμητος αντιμετωπίζει την Α.Ε.Κ. στο Περιστέρι τον Μάιο 1973 και τη νικάει με 1-0.

Τελικά το καλοκαίρι του 1973 ο Στέλιος Σκευοφύλαξ κρεμάει τα παπούτσια του, μολονότι η «γεμάτη» του σεζόν στον Ατρόμητο, με 29 συμμετοχές και 2 γκολ μαρτυρά ότι έχει ακόμη αρκετό «καύσιμο στο ρεζερβουάρ». Παραμένει πάντως στον χώρο του ποδοσφαίρου και επιδίδεται στην προπονητική και κάθεται στον πάγκο αρκετών ομάδων, όπως του Ιωνικού, της Κέρκυρας, του Ολυμπιακού Χαλκίδας και της Νίκης Βόλου.

Παρά το γεγονός ότι η αποχώρησή του από την Α.Ε.Κ. δεν ήταν εκείνη που έπρεπε, αυτό δεν μειώνει στο ελάχιστο την αγάπη του – πρώτα απ’ όλα οπαδού – Στέλιου Σκευοφύλακα για τον σύλλογο. Μέχρι το τέλος της ζωής του, τον Φεβρουάριο 2009, θα παραμείνει πάντα δίπλα στην Ένωση και στον Σύλλογο Παλαιμάχων της, του οποίου θα διατελέσει πρόεδρος για 8 χρόνια.

Ένας διά βίου «στρατιώτης» της Α.Ε.Κ. και μία από τις πρώτες περιπτώσεις ποδοσφαιριστών / οπαδών. Οι Ενωσίτες θα τον θυμόμαστε πάντοτε με αγάπη και θα τον τιμούμε για την ανιδιοτελή και μεγάλη του προσφορά στον σύλλογο.

Στις φωτογραφίες:
1. Με τη φανέλα της πρωταθληματικής σεζόν 1962-1963.
2. Τον Νοέμβριο 1960 η Α.Ε. Ελευθερούπολης παραχωρεί με υποσχετική τους δύο καλύτερους παίκτες της: τον Παναγιωτίδη στον Παναθηναϊκό και τον Σκευοφύλακα στην Α.Ε.Κ.
3. Μολονότι χωρίζουν οι δρόμοι τους και φοράνε πλέον τις φανέλες των δύο μεγάλων της Αθήνας, Σκευοφύλαξ και Παναγιωτίδης παραμένουν αδελφικοί φίλοι για μια ζωή.
4. Οι νέοι άσοι της Α.Ε.Κ. της σεζόν 1961-1962, Στέλιος Σκευοφύλαξ και Άρης Τσαχουρίδης, εξώφυλλο στο περιοδικό της εποχής «Αθλητικά Χρονικά».
5. Συνέντευξη γεμάτη αυτοπεποίθηση, στο ξεκίνημα της καριέρας του στην Α.Ε.Κ.
6. Εν δράσει με αντίπαλο τον Ολυμπιακό στο Καραϊσκάκη, τη σεζόν 1963-1964.
7. Εξώφυλλο στο περιοδικό Φουτμπώλ, το 1963.
8. Το 1966, με τον σπουδαίο κεντρικό αμυντικό Φώτη Μπαλόπουλο, με τον οποίο υπήρξαν συμπαίκτες στην Α.Ε.Κ., την Εθνική αλλά και στον Ατρόμητο.
9. Στην Εθνική Ελλάδας το 1966, πρώτος από αριστερά, μαζί με τους Μίμη Δομάζο, Γιώργο Σιδέρη και Μίμη Παπαϊωάννου.
10. Συνέντευξη στο περιοδικό Φουτμπώλ, το 1963.
11. Σκοράρει με πέναλτι εναντίον της Δόξας Δράμας, το 1966.
12. Στον αγώνα μπαράζ εναντίον του Παναθηναϊκού τον Ιούνιο 1963 ο Σκευοφύλαξ τραυματίζεται. Οι αλλαγές ακόμη δεν επιτρέπονται και αναγκάζεται να ολοκληρώσει τον αγώνα κουτσαίνοντας, με ένα πρόχειρο δέσιμο από τον γιατρό κι ένα… σκαμπιλάκι από τον Τσάκναντι.
13. Tην πρωταθληματική σεζόν 1967-1968.
14. Αρχηγός της Α.Ε.Κ. το 1970, με τον Στάθη Χάιτα του Πανιωνίου.
15. Αρχηγός της Α.Ε.Κ. στον ευρωπαϊκό αγώνα εναντίον της Ολλανδικής Τβέντε στο στάδιο Καραϊσκάκη, τον Σεπτέμβριο του 1970.
16. Τραυματισμός, σε έναν από τους τελευταίους αγώνες του με την Α.Ε.Κ., τον Μάρτιο 1972.
17. Επί 8 χρόνια πρόεδρος του Συνδέσμου Παλαιμάχων της Α.Ε.Κ., κόβει την πίττα του, το 2008.
18. Ο Στέλιος Σκευοφύλαξ στο Μουσείο Ιστορίας της Α.Ε.Κ.

06/10/2026

Κώστας Πούλης, ο αρτίστας!

03/10/2026

Σαν σήμερα, 3 Οκτωβρίου 2022, το Opening Match της Αγια Σοφιάς, που σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής για τον σύλλογο.

Η φανέλα που φορούσε ο Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς, σκόρερ του πρώτου γκολ στο νέο γήπεδο, υπογεγραμμένη από όλους τους ποδοσφαιριστές, κοσμεί τις προθήκες του Μουσείου Ιστορίας της Α.Ε.Κ.

#ΑΕΚ

30/09/2026

Ο τυχερός της κλήρωσης του διαγωνισμού με τα κουίζ του Μουσείου Ιστορίας της ΑΕΚ, που κέρδισε την υπογεγραμμένη φανέλα του Μπάρναμπας Βάργκα.

Στο αμέσως προσεχές διάστημα τα κουίζ θα ξεκινήσουν και πάλι, με νέα δώρα για τους συμμετέχοντες!

Το σημερινό μας αφιέρωμα στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» είναι διαφορετικό από τα πρ...
29/09/2026

Το σημερινό μας αφιέρωμα στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα. Για πρώτη φορά δεν αναφερόμαστε σε ποδοσφαιριστή ή προπονητή ή παράγοντα της Α.Ε.Κ. αλλά σε μπασκετμπολίστα, και μάλιστα τον κορυφαίο όλων όσων έχουν φορέσει τη φανέλα της ομάδας που έμαθε μπάσκετ τους Έλληνες: τον «παγκόσμιο» Γιώργο Αμερικάνο!

Γιώργος Αμερικάνος

Ο Γιώργος Αμερικάνος γεννιέται το 1942 στη Νίκαια, την παλιά Κοκκινιά, σε μία πολυμελή και φτωχή προσφυγική οικογένεια. Οι ρίζες της βρίσκονται στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, από όπου οι παππούδες του φτάνουν στην Ελλάδα μετά την Καταστροφή και εγκαθίστανται σε μία από τις κατεξοχήν προσφυγικές γειτονιές του Πειραιά. Τα παιδικά χρόνια του Γιώργου είναι πολύ δύσκολα. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο και από την ηλικία περίπου των 12 ετών εργάζεται ως σκαλιστής επίπλων, για να συνεισφέρει κι εκείνος στο οικογενειακό εισόδημα.

Μετά τη δουλειά όμως υπάρχει το μπάσκετ. Τα βράδια ο μικρός Γιώργος πηγαίνει στη ΧΑΝ Νικαίας και περνά ατελείωτες ώρες σουτάροντας σε μία παλιά μπασκέτα. Εκεί κάνει τα πρώτα οργανωμένα μπασκετικά του βήματα και πολύ γρήγορα γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ξεχωριστή περίπτωση αθλητή. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός για τα δεδομένα του σημερινού μπάσκετ, όμως στην εποχή εκείνη με τα 188 εκ. του ύψους του είναι από τους πιο ψηλούς περιφερειακούς παίκτες. Εκτός όμως από μπόι διαθέτει και δύναμη, αθλητικότητα, εξαιρετικό σουτ και, κυρίως, μία αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια του θράσους. Και βέβαια… σκοράρει ακατάπαυστα! Έφηβος ακόμη, αγωνίζεται στην Α2 με τη ΧΑΝ Νικαίας και έχει κατά μέσο όρο… 41 πόντους ανά αγώνα!!

Με τέτοια επίδοση είναι αυτονόητο ότι γίνεται γνωστό το όνομά του και πριν καλά καλά ενηλικιωθεί τον διεκδικούν ήδη οι μεγάλοι σύλλογοι της Αθήνας. Το 1959 φτάνει πολύ κοντά στον Παναθηναϊκό, ο οποίος μάλιστα του προσφέρει καλύτερους οικονομικούς όρους. Όπως μας διηγείται ο εμβληματικός μπασκετμπολίστας της Α.Ε.Κ., Νίκος Μπαμπανικολός, στα γραφεία του Π.Α.Ο. τον πηγαίνει με τη βέσπα του και τον συνοδεύει ο καλός του φίλος και μπασκετμπολίστας της Α.Ε.Κ. Νίκος Τερκεσίδης. Ο τελευταίος βάζει συνεχώς λόγια στον Αμερικάνο να μην ενδώσει στις πράσινες σειρήνες και αντ’ αυτού να έρθει στην Ένωση και να γίνει συμπαίκτης του.

Ο Αμερικάνος τελικά πείθεται από τις παροτρύνσεις του Τερκεσίδη, αλλά έλα που βρίσκονται στα γραφεία του Παναθηναϊκού, οι άνθρωποι του οποίου ετοιμάζουν τα χαρτιά που θα υπογράψει! Την ώρα που του φέρνουν το δελτίο ζητάει από τους παράγοντες του τριφυλλιού να πάει στην τουαλέτα. Ανοίγουν με τον Τερκεσίδη το παράθυρο, σκαρφαλώνουν έξω, ανεβαίνουν στη βέσπα και πάνε γραμμή στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εκεί ο Γιώργος Αμερικάνος υπογράφει τελικά στην Α.Ε.Κ. Μία απόφαση που πρόκειται να αλλάξει όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του συμβαίνει ωστόσο κάτι που παραλίγο να βάλει τέλος σε όλα πριν καν αρχίσουν. Στις αρχές του 1962 προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια στο χέρι και οι γιατροί φοβούνται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην μπορέσει να σωθεί το άκρο. Υποβάλλεται σε πολύωρη επέμβαση από τον γιατρό και γνωστό ποδοσφαιρικό παράγοντα Βασίλη Χατζηγιάννη, η οποία διαρκεί περίπου οκτώ ώρες. Χωρίς τον ηγέτη και αρχισκόρερ της η Α.Ε.Κ. καταρρέει αγωνιστικά και, για πρώτη και μοναδική φορά σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’60, δεν προκρίνεται καν για την τελική φάση του πρωταθλήματος, που καταλήγει στον Παναθηναϊκό.

Τελικά όμως το χέρι σώζεται και ο Αμερικάνος, αντί να χρειαστεί μακρά περίοδο αποκατάστασης, κάνει αυτό που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή του: βιάζεται να επιστρέψει. Μόλις τρεις μήνες αργότερα ζητάει να αγωνιστεί σε παιχνίδι της Α.Ε.Κ. με τον Άρη. Η μεγάλη καριέρα που κινδύνεψε να τελειώσει πρόωρα μόλις ξεκινά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Α.Ε.Κ. δημιουργεί σταδιακά μία από τις σπουδαιότερες ομάδες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Οι περισσότεροι παίκτες της είναι παιδιά από λαϊκές γειτονιές, χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση, που παίζουν μπάσκετ σε μία εποχή ουσιαστικού ερασιτεχνισμού. Προπονούνται σε ανοικτά γήπεδα με κρύο και βροχή, ταξιδεύουν κάτω από συνθήκες που σήμερα μοιάζουν αδιανόητες και ταυτόχρονα δημιουργούν μεταξύ τους μία σχέση που ξεπερνά εκείνη των απλών συμπαικτών. Ο Χρήστος Ζούπας, ο Γιώργος Τρόντζος, ο Γιώργος Μόσχος, ο Στέλιος Βασιλειάδης, ο Αίαντας Λαρεντζάκης, ο Λάκης Τσάβας και οι υπόλοιποι συγκροτούν μαζί με τον Αμερικάνο έναν πυρήνα που μένει επί χρόνια σχεδόν αναλλοίωτος και ωριμάζει μέσα από τις κοινές εμπειρίες.

Αγωνιστικά, ο Γιώργος Αμερικάνος είναι ο μεγάλος εκτελεστής της ομάδας. Το σουτ αποτελεί το σήμα κατατεθέν του. Μπορεί να σκοράρει από αποστάσεις που, αν υπήρχε τότε η γραμμή των τριών πόντων, θα του εξασφάλιζαν αριθμούς αδιανόητους για την εποχή. Δεν είναι άλλωστε άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από υπερβολική μετριοφροσύνη. Χρόνια αργότερα, όταν ερωτάται για τον εαυτό του, θα απαντήσει ότι με τρίποντο οι 29 πόντοι του τελικού του 1968 θα ήταν… 50 και ότι δύσκολα έβρισκε καλύτερο αντίπαλο από τον ίδιο. Αυτή ακριβώς η αυτοπεποίθηση είναι ένα από τα βασικά συστατικά της αγωνιστικής του προσωπικότητας.

Ο Χρήστος Ζούπας θυμάται ότι στην ομάδα τον αποκαλούν και «Τσούχτη», επειδή μόλις παίρνει την μπάλα «τα τσούζει». Ο ίδιος ο Αμερικάνος όμως μένει στην ιστορία με το πολύ πιο βαρύ προσωνύμιο «Παγκόσμιος», το οποίο θα του προσδώσει ο «πατριάρχης» του κιτρινόμαυρου ρεπορτάζ, Φαίδων Κωνσταντουδάκης.

Ο Αμερικάνος παραλίγο πάντως να γίνει πάντως πραγματικά παγκόσμιος, όταν καλείται να αγωνιστεί σε αγώνες της μικτής Ευρώπης, με την οποία όμως τελικά δεν αγωνίζεται ποτέ. Αιτία είναι η σιωπηλή καραντίνα στην οποία μπαίνει, μετά από ένα ματς με τη Μπέογκραντ του Ραντιβόι Κορατς, στο οποίο βρίζει και φτύνει τον προπονητή της, που δεν είναι άλλος από τον ήδη δικτυωμένο μετέπειτα πρόεδρο της ΦΙΜΠΑ, Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς!

Με την Εθνική Ελλάδας ο Γιώργος Αμερικάνος αγωνίζεται 68 φορές και σημειώνει 1.076 πόντους, έναν εξαιρετικό μέσο όρο για την εποχή. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η παρουσία του στο Ευρωμπάσκετ του 1965. Με 157 πόντους σε εννέα αγώνες και μέσο όρο 17,4 αναδεικνύεται τέταρτος σκόρερ ολόκληρης της διοργάνωσης, πίσω μόνο από τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα του ευρωπαϊκού μπάσκετ της εποχής, τον Ισπανό Εμιλιάνο Ροντρίγκεθ, τον Γιουγκοσλάβο Ραντιβόι Κόρατς και τον Τσεχοσλοβάκο Φράντισεκ Κόνβιτσκα. Ο «Παγκόσμιος» δεν είναι απλώς ο καλύτερος σκόρερ της Ελλάδας. Βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς παίκτες της Ευρώπης.

Στην Ελλάδα, η Α.Ε.Κ. με τον Γιώργο Αμερικάνο πρωταγωνιστή, κυριαρχεί απόλυτα. Από το 1963 μέχρι το 1970 ο παγκόσμιος κατακτά με την Ένωση έξι πρωταθλήματα, τα έτη 1963, 1964, 1965, 1966, 1968 και 1970, ενώ δύο φορές, το 1965 και το 1968, αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.

Αλλά η μεγάλη εκείνη ομάδα δεν αρκείται πλέον στα ελληνικά σύνορα. Κάθε χρόνο κάνει ένα ακόμη βήμα στην Ευρώπη. Στην πρώτη της συμμετοχή φτάνει στους «16», το 1965 στους «8» και το 1966 πραγματοποιεί κάτι πρωτόγνωρο για το ελληνικό μπάσκετ: προκρίνεται στο Final Four του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Αυτή η πορεία δεν γίνεται σε συνθήκες επαγγελματικού αθλητισμού. Οι παίκτες ξεκινούν ταξίδια χωρίς να ξέρουν πολλές φορές πού θα κοιμηθούν ή πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους. Πηγαίνουν να αντιμετωπίσουν τη Βίσλα στην Πολωνία, αποκλείονται λόγω κακοκαιρίας στη Βιέννη, προσγειώνονται τελικά στο Πόζναν και ταξιδεύουν οκτώ ώρες με τρένο, για να φτάσουν στην Κρακοβία λίγη ώρα πριν από το τζάμπολ. Σε άλλες αποστολές κοιμούνται στοιβαγμένοι σε δωμάτια, τρώνε ό,τι μπορούν να βρουν και προπονούνται μέσα στο κρύο. Απέναντί τους βρίσκονται οργανωμένοι σύλλογοι από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά η Α.Ε.Κ. δεν τους φοβάται. Κι αυτό το αθλητικό θράσος εκφράζει καλύτερα από όλους ο Αμερικάνος.

Η ομάδα έχει όμως και μία δεύτερη ψυχή, τον Γιώργο Μόσχο. Ο Μόσχος δεν είναι το μεγάλο επιθετικό ταλέντο, είναι όμως ο άνθρωπος που παρασύρει τους πάντες με το πάθος του. Ο Αμερικάνος τον αποκαλεί «λιοντάρι» και ψυχή της ομάδας. Η αρρώστια και ο θάνατός του, σε νεαρότατη ηλικία, συγκλονίζουν τους συμπαίκτες του και αφήνουν κενό που δεν αναπληρώνεται πραγματικά ποτέ. Η Α.Ε.Κ. χάνει το πρωτάθλημα του 1967 και, αντί να αγωνιστεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, συμμετέχει την επόμενη περίοδο στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Μία μεγάλη απογοήτευση που πρόκειται να ανοίξει τον δρόμο για τη μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του συλλόγου.

Η πορεία προς τον τελικό του 1968 είναι εξαιρετικά περιπετειώδης. Η Α.Ε.Κ. αποκλείει πολύ δύσκολα την ισπανική Βιτόρια, εξίσου δύσκολα τη βελγική Ρουαγιάλ Κατρ και στη συνέχεια πέφτει πάνω στην Ίνις Βαρέζε, μία από τις ισχυρότερες ομάδες της Ευρώπης. Χάνει στην Ιταλία με διαφορά 18 πόντων και στον επαναληπτικό του Παναθηναϊκού Σταδίου καλείται να πραγματοποιήσει το σχεδόν αδύνατο. Και το καταφέρνει! Στα τελευταία δευτερόλεπτα, με τη διαφορά στους 18 και τον Τρόντζο να αγωνίζεται τραυματίας, ο μεγάλος σέντερ σημειώνει ένα απίθανο καλάθι και στέλνει την Α.Ε.Κ. στον τελικό.

Η 4η Απριλίου 1968 αποτελεί τη σημαντικότερη ημερομηνία στη ζωή του Γιώργου Αμερικάνου και μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία ολόκληρου του ελληνικού αθλητισμού. Από νωρίς το μεσημέρι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατακλύζουν το Καλλιμάρμαρο, μολονότι ο τελικός με τη Σλάβια Πράγας είναι προγραμματισμένος για το βράδυ. Ο Αμερικάνος βλέπει το πλήθος και κάνει μέσα του μία απλή σκέψη: να μην πικράνουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν έρθει για εκείνους.

Η Σλάβια βέβαια είναι αντίπαλος που φαντάζει ανίκητος. Πρόκειται για μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης, με παίκτες διεθνούς κλάσης, και δύο χρόνια νωρίτερα έχει συντρίψει την Α.Ε.Κ. στο Final Four. Αυτή τη φορά όμως οι παίκτες της Ένωσης μπαίνουν στο γήπεδο με θάρρος και αυτοπεποίθηση και, με την ώθηση 80.000 φιλάθλων στις εξέδρες, επικρατούν με 89-82. Ο Αμερικάνος, αρχηγός και μεγάλος επιθετικός ηγέτης, σημειώνει 29 πόντους και σηκώνει το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο που κατακτά ελληνική ομάδα σε οποιοδήποτε ομαδικό άθλημα.

Το Κύπελλο μετατρέπεται σε προσωπικό του κειμήλιο. Το παίρνει σπίτι του και αρνείται για περίπου είκοσι ημέρες να το αποχωριστεί. Ακόμη και όταν του το ζητά ο πανίσχυρος τότε γενικός γραμματέας Αθλητισμού Κώστας Ασλανίδης, εκείνος δεν το δίνει. Μία μέρα κινείται με το αυτοκίνητό του στην Πανεπιστημίου έχοντας μέσα το τρόπαιο. Ο κόσμος το αντιλαμβάνεται, συγκεντρώνεται γύρω από το αυτοκίνητο και, όπως θυμάται ο ίδιος χρόνια αργότερα, το σπρώχνει σχεδόν μέχρι την Πλατεία Βικτωρίας. Ο Αμερικάνος θα λέει ακόμη και σαράντα χρόνια αργότερα ότι κάθε φορά που ακουμπά εκείνο το Κύπελλο αισθάνεται σαν να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα.

Η επιτυχία αλλάζει το ελληνικό μπάσκετ, αλλά αλλάζει και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Από εκεί που είναι παιδιά που παίζουν ουσιαστικά για τη φανέλα και ένα μικρό οδοιπορικό, μετατρέπονται σε λαϊκούς ήρωες. Αυτή η αλλαγή έχει όμως και την άλλη όψη. Η επιτυχία φέρνει απαιτήσεις, εντάσεις και συγκρούσεις. Η ομάδα εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί, αλλά το κλίμα δεν είναι πια ακριβώς το ίδιο. Στον ημιτελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με τη Βισί, το 1970, ο Αμερικάνος έρχεται σε έντονη σύγκρουση με τον προπονητή Μίσσα Πανταζόπουλο. Σε ένα κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο η Α.Ε.Κ. νικά στον επαναληπτικό αλλά δεν ανατρέπει τη διαφορά του πρώτου αγώνα και αποκλείεται. Ο Ζούπας θα πει πολλά χρόνια αργότερα ότι κάπου εκεί αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση της μεγάλης ομάδας.

Το τέλος του Αμερικάνου στην Α.Ε.Κ. έρχεται λίγο αργότερα και δεν είναι εκείνο που θα άρμοζε σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη γράψει τόσο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της. Στα 28 του χρόνια, μόλις λίγα χρόνια μετά το έπος του Καλλιμάρμαρου, η διοίκηση αποφασίζει ότι έχει έρθει η ώρα της ανανέωσης και η συνεργασία τους τελειώνει. Ο ίδιος δεν το αποδέχεται ποτέ πραγματικά. Αργότερα θυμάται τη στιγμή που φορά για πρώτη φορά τη φανέλα του Απόλλωνα Πατρών και κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να πιστέψει την εικόνα που βλέπει. Έχει ταυτίσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό του με την Α.Ε.Κ., ώστε του φαίνεται σχεδόν παράλογο ότι ο κόσμος θα τον δει με διαφορετικά χρώματα.

Και βέβαια κάθε άλλο παρά τελειωμένος είναι. Το 1971 βρίσκεται ήδη στον Απόλλωνα, αρχικά σε ρόλο προπονητή, και συμβάλλει καθοριστικά στην ιστορική πρώτη άνοδο των Πατρινών στην Α΄ Εθνική. Την επόμενη περίοδο αγωνίζεται και ο ίδιος με τη φανέλα του συλλόγου. Τον Φεβρουάριο του 1972 σημειώνει 36 πόντους εναντίον του ΠΑΟΚ σε νίκη του Απόλλωνα με 80-75, μία μικρή αλλά χαρακτηριστική απόδειξη ότι η αγωνιστική του «αποστρατεία» από την Α.Ε.Κ. μόνο επιβεβλημένη από τις δυνατότητές του δεν ήταν.

Ο δεσμός του με την Ένωση δεν διαλύεται βέβαια ποτέ. Επιστρέφει αργότερα στον σύλλογο και ως προπονητής, ενώ το 1978 οδηγεί την Α.Ε.Κ. μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Πολύ περισσότερο όμως παραμένει συνδεδεμένος με τους ανθρώπους της μεγάλης ομάδας του ’68. Είναι εκείνος που επί δεκαετίες κρατά ενωμένη την παλιά παρέα, τηλεφωνεί στους συμπαίκτες του και τους συγκεντρώνει κάθε χρόνο στις 4 Απριλίου, για να θυμηθούν τη δική τους μεγάλη βραδιά. Όταν αργότερα φύγει από τη ζωή, ο Ζούπας θα παραδεχτεί ότι οι συναντήσεις αρχίζουν σιγά σιγά να αραιώνουν. Ο Αμερικάνος δεν είναι μόνο ο πρώτος σκόρερ. Είναι και ο συνδετικός κρίκος.

Παράλληλα δεν σταματά ποτέ να ψάχνει για νέα παιδιά. Παρακολουθεί νεαρούς αθλητές, αναγνωρίζει το ταλέντο τους, τους δουλεύει ατομικά και προσπαθεί να τους ανοίξει δρόμους. Ανάμεσα σε εκείνους που συνδέονται με τη μεταγενέστερη αυτή δράση του είναι ο Κώστας Παταβούκας, ο Νίκος Χατζής, ο Γιάννης Γιαννούλης και ο Γιάννης Μπουρούσης. Δεν περιορίζεται μάλιστα στον ρόλο του παλιού σταρ που δίνει μερικές συμβουλές. Παίρνει τα παιδιά κοντά του, τα προπονεί, τα βοηθά πρακτικά, τα αντιμετωπίζει σχεδόν ως μέλη της οικογένειάς του.

Αυτός είναι άλλωστε ο Γιώργος Αμερικάνος σε όλη του τη ζωή. Πληθωρικός, παρορμητικός, γενναιόδωρος, εγωιστής με την καλή αλλά κάποιες φορές και με τη δύσκολη έννοια του όρου, τρομερά ανταγωνιστικός και απολύτως βέβαιος για τις δυνατότητές του. Έχει ακόμη και τις παράξενες προλήψεις του: πριν από σημαντικά παιχνίδια λέγεται ότι βγαίνει με το αυτοκίνητο και δεν επιστρέφει αν δεν συναντήσει στον δρόμο του… νεκροφόρα, την οποία θεωρεί γούρι. Δεν είναι ποτέ μία ουδέτερη προσωπικότητα. Όπου βρίσκεται αφήνει αποτύπωμα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είναι δύσκολα. Μετά από διπλό εγκεφαλικό επεισόδιο αντιμετωπίζει για μεγάλο διάστημα σοβαρά προβλήματα υγείας. Φεύγει από τη ζωή στις 7 Οκτωβρίου 2013, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Πέπη, την κόρη του Χριστίνα και μία τεράστια αθλητική κληρονομιά.

Δύο χρόνια αργότερα η Α.Ε.Κ. αποσύρει το νούμερο 10 και υψώνει τη φανέλα του στην οροφή του γηπέδου. Είναι μία αυτονόητη τιμή για έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος μπασκετμπολίστας του συλλόγου. Υπήρξε ο αρχηγός της ομάδας που έκανε για πρώτη φορά τους Έλληνες να αισθανθούν ότι μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια τους μεγάλους του ευρωπαϊκού αθλητισμού.

Ο Γιώργος Αμερικάνος ήταν ένας γνήσιος λαϊκός ήρωας. Ένα παιδί των προσφυγικών της Κοκκινιάς, που το πρωί σκάλιζε έπιπλα και το βράδυ σούταρε μόνο του σε μία μπασκέτα της ΧΑΝ, για να φτάσει λίγα χρόνια αργότερα να σηκώνει μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο ελληνικής ομάδας. Ένας «Παγκόσμιος» που έμεινε μέχρι τέλους βαθιά Νικαιώτης, βαθιά Ενωσίτης και, πάνω απ’ όλα, βαθιά συνδεδεμένος με εκείνη τη μεγάλη παρέα που άλλαξε για πάντα την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Στις φωτογραφίες:

1. Ο ένας και μοναδικός Γιώργος Αμερικάνος στις πλάτες των φιλάθλων της Α.Ε.Κ.
2. Το ταλέντο του έχει εντοπιστεί και από τον Τύπο, ήδη από τις αρχές του 1959, όταν αγωνίζεται στην ΧΑΝ Νικαίας στην Α2 κι έχει μέσο όρο κοντά στους 45 πόντους ανά παιχνίδι!
3. Δημοσίευμα μετά την ένταξή του στην Α.Ε.Κ., το φθινόπωρο του 1959.
4. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. το 1964.
5. Με την Εθνική Ελλάδας, σε αγώνα εναντίον της Τουρκίας, το 1965.
6. Πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του πρωταθλήματος 1963-1964.
7. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Στέφανος Στεφανόπουλος υποδέχεται την ομάδα μπάσκετ της Α.Ε.Κ. μετά τη συμμετοχή της στο Final 4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, το 1966.
8. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. το 1965. Ο Γιώργος Αμερικάνος πάντα κόντρα στο ρεύμα…
9. Σε μία από τις γνωστές διεισδύσεις του προς το καλάθι, στον θρίαμβο επί της ΤΣΣΚΑ Μόσχας το 1966.
10-11: Τα πρωτοσέλιδα μετά τον θρίαμβο της Α.Ε.Κ. στον ημιτελικό με την Ίνις Βαρέζε και την πρόκριση στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης του 1968.
12. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. ετοιμάζεται να χυθεί στην μάχη του τελικού της 4ης Απριλίου 1968, μπροστά σε 80.000 θεατές.
13. Ο Γιώργος Αμερικάνος πετυχαίνει, με ανάποδο λέι απ, δύο από τους 29 πόντους του στον τελικό του 1968.
14. Η Αθλητική Ηχώ την επομένη της κατάκτησης του Κυπέλλου Ευρώπης από την Α.Ε.Κ.
15. Η αφιερωμένη στο μπάσκετ προθήκη του Μουσείου Ιστορίας της Α.Ε.Κ., όπου δεσπόζει η μορφή του Γιώργου Αμερικάνου να σηκώνει το Κύπελλο Ευρώπης.
16. Το 1970-1971, στην τελευταία του σεζόν στην Α.Ε.Κ.
17. Ο Παγκόσμιος επιστρέφει στον τόπο του θριάμβου, το 2008.
18. Το 2015 η ΚΑΕ Α.Ε.Κ. αποσύρει τη φανέλα με το νούμερο 10 του Γιώργου Αμερικάνου. Από τότε το σχετικό λάβαρο κοσμεί τον ουρανό της έδρας της, για να θυμίζει πάντα σε όλους τη μεγάλη παρακαταθήκη του «Παγκόσμιου».

Address

Fokon 11
Néa Filadélfeia
14341

Opening Hours

Tuesday 10:00 - 18:00
Wednesday 10:00 - 18:00
Thursday 10:00 - 18:00
Friday 10:00 - 18:00
Saturday 10:00 - 18:00
Sunday 10:00 - 18:00

Telephone

+302118886060

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Μουσείο Ιστορίας της ΑΕΚ / AEK FC History Museum posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Museum

Send a message to Μουσείο Ιστορίας της ΑΕΚ / AEK FC History Museum:

Share

Category